Translate

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΣΗΜΑΙΑΣ



…ΚΑΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΑΦΑΣΙΑΣ

ΜΕΤΑ ΑΠΟ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΤΑΥΤΙΣΤΕΙ ΟΙ 70 ΗΡΩΙΚΟΙ ΕΥΖΩΝΟΙ ΤΟΥ 1/38 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ 12ΗΣ ΙΟΥΝΙΟΥ 1917 ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΡΟΚΙΝΟΥΣ ΣΠΑΧΗΔΕΣ ΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com

 


«Την 13/26 Ιουνίου ο κ. Βενιζέλος συνεκρότησεν επί του γαλλικού πολεμικού «Ζουριέν δε λα Γκραβιέρ» το υπουργείον του. Τον κατάλογον των υπουργών του έφερεν ο γραμματεύς του κ. Ζοννάρ, ο κ. Δαυίδ, εις τα ανάκτορα και τον παρέδωσεν εις τον αυλάρχην κ. Μερκάτην, όστις τον παρουσίασεν εις τον βασιλέα Αλέξανδρον, ο οποίος δεν έφερεν ουδεμίαν παρατήρησιν (Ρεκουλύ, «Ο κ. Ζοννάρ εν Ελλάδι»).
Και τώρα ας αφηγηθώμεν κατά ποίον τρόπον ησφαλίσθη υπό των γαλλικών στρατευμάτων η είσοδος του κ. Βενιζέλου και του υπουργείου του εις Αθήνας, όπως ορκισθώσι και παραλάβωσι την εξουσίαν. Τας λεπτομερείας της επιχειρήσεως ταύτης παραλαμβάνομεν από το έργον του στρατηγού Ρενιώ, διοικητού της 30ης Μεραρχίας, «Η κατάκτησις των Αθηνών»:
“Την 12/25 Ιουνίου το εσπέρας, ένα τάγμα κατέλαβε τον Λυκαβηττόν, ένα έτερον το ύψωμα του Σταδίου, ένα τρίτον ανήλθεν επί της Ακροπόλεως και ένα τέταρτον κατέλαβε την Πνύκα και το Θησείον. Δύο έτερα τάγματα έμειναν εν εφεδρεία, παρά το μνημείον του Φιλοππάπου. Τρεις πυροβολαρχίαι των 75 ετέθησαν εις επιτηρητικήν στάσιν εις το ύψος του μνημείου του Φιλοππάπου, μεταξύ της οδού Πειραιώς και της λεωφόρου Συγγρού. Πυροβόλα των 37 και πολυβόλα ετοποθετήθησαν επί των δεσποζόντων σημείων, εις τρόπον ώστε να απειλώσι τας κυρίας οδούς κατά τον άξονα αυτών”
(Από το 62ο άρθρο του Ιωάννη Μεταξά, στις 31 Δεκεμβρίου 1934, στην Καθημερινή).

Με τα γαλλικά πυροβόλα! Όπως ακριβώς ο αρχι-στασιαστής δημιούργησε το «κράτος» της Θεσσαλονίκης, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο υφάρπαξε την εξουσία στην Αθήνα και έγινε δοτός δικτάτορας της Αντάντ Κορντιάλ, ο κατ’ ομολογίαν του ιδίου στη Βουλή, υπεύθυνος του Εθνικού Διχασμού, και ο κατ’ ομολογίαν των αποδεσμευμένων αρχείων υπεύθυνος του Μικρασιατικού Ολοκαυτώματος.
Αλλά στις 12 Ιουνίου του 1917 οι Γάλλοι τελείωναν και μία άλλη δουλειά. Από τις 10 Ιουνίου 20.000 άνδρες, με τέσσερα συντάγματα ιππικού από Μαροκινούς σπαχήδες και δύο μοίρες πυροβολικού, ξεκίνησαν την κατάληψη της Θεσσαλίας με κύριο στόχο τη λεηλασία των σιτηρών του κάμπου, ως συνέχεια του συστηματικού λιμού που επέφερε στη χώρα ο ναυτικός αποκλεισμός από τα βρετανικά και γαλλικά θωρηκτά και αντιτορπιλικά.
Για την κατάληψη της Θεσσαλίας από τους Γάλλους τον Ιούνιο του 1917, τη σφαγή των 70 Ευζώνων του 1/38 συντάγματος Ευζώνων του ηρωικού αντισυνταγματάρχη Αθανασίου Φράγκου και τη μάχη της Σημαίας, στις 12 Ιουνίου του 1917 στη Λάρισα, μίλησε στις 25 Μαΐου 2017 ο ιστορικός ερευνητής Κωνσταντίνος Βαϊούλης στο βιβλιοπωλείο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ.
Ο κ. Βαϊούλης, ο οποίος έχει στα χέρια του, μεταξύ άλλων, την τετρασέλιδη έκθεση του αντιστράτηγου Θωμά Πεντζόπουλου, που τραυματίστηκε τότε στη μάχη ως νεαρός ανθυπίλαρχος, περιέγραψε τα δραματικά γεγονότα και την ηρωική προσπάθεια των Ευζώνων να σώσουν τη σημαία τους, μετά την απαίτηση των Γάλλων να παραδώσουν οι Έλληνες αξιωματικοί τα ξίφη τους και οι οπλίτες τα όπλα τους. Εκτός από τους 70 νεκρούς, υπήρξαν και δεκάδες τραυματίες.
Εκατό χρόνια μετά, το ΓΕΣ δεν έχει ταυτίσει τα ονόματα των 70 ηρωικών Ευζώνων, (οι 66 από την Καρδίτσα), με μία πιθανή αντιπαραβολή των ατομικών φακέλων και του αρχείου των πεσόντων, ούτε έχει γίνει γνωστό αν υπήρξε αίτημα προς τις γαλλικές αρχές για την επιστροφή της Εμβληματικής Σημαίας του 1/38 συντάγματος Ευζώνων, που για τους Γάλλους δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα «ακατανόητο» τρόπαιο, καθώς δεν ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ελλάδα.

Ο ομιλητής αναφέρθηκε στο πρώτο μνημείο – κενοτάφιο που στήθηκε το 1931 κοντά στο πεδίο της μάχης από τον δήμαρχο Λάρισας Μιχαήλ Σάπκα, με αναφορά μόνο των 4 Λαρισαίων Ευζώνων. Επίσης, ο κ. Βαϊούλης αναφέρθηκε και στο πογκρόμ διώξεων, που ακολούθησε την κατάληψη της Θεσσαλίας, πολιτών όλων των κοινωνικών και εισοδηματικών τάξεων. Επί Ανταντικής δικτατορίας Ελευθερίου Βενιζέλου, 1917-1920, δημιουργήθηκαν τα πρώτα τάγματα ασφαλείας για την επιβολή του βενιζελικού καθεστώτος και «άνοιξαν» τα νησιά ως τόποι μαζικής εκτόπισης πολιτών.
Έγραφε ο Ιωάννης Μεταξάς το 1934:
«Ποιος δεν ενθυμείται την δεινήν αστυνομικήν κατασκοπείαν και τον νόμον «περί δυσμενείας κατά του καθεστώτος»!
Τι έγινε το σύνταγμα και αι πολιτικαί και ατομικαί ελευθερίαι, χάριν των οποίων δήθεν κατήργησαν οι ξένοι την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος χειροκροτούντος του κ. Βενιζέλου;
Απήτει ο κατά της Βουλγαρίας πόλεμος την αναστολήν της ισοβιότητας των δικαστών και την άρσιν της μονιμότητας των υπαλλήλων;
570 δικασταί απεβλήθησαν εκ του δικαστικού σώματος.
6.500 περίπου υπάλληλοι των διαφόρων υπουργείων απελύθησαν.
2.300 περίπου αξιωματικοί απεβλήθησαν εκ των τάξεων του στρατού.
600 αξιωματικοί της εφεδρείας εξέπεσαν του βαθμού του αξιωματικού εις την τάξιν του απλού στρατιώτου.
3.000 υπαξιωματικοί και οπλίται της χωροφυλακής απεβλήθησαν.
300 αξιωματικοί του πολεμικού ναυτικού απεβλήθησαν.
430 αξιωματικοί εξετοπίσθησαν εις διαφόρους νήσους.
150 αξιωματικοί εφυλακίσθησαν.
Δηλαδή, άνω των 10 χιλιάδων προσώπων, από αρεοπαγιτών, αρχιεπισκόπων, στρατηγών και πρέσβεων, μέχρι κλητήρων, διακόνων και χωροφυλάκων, απεβλήθησαν των θέσεών των, διότι δεν είχον ακολουθήσει τον κ. Βενιζέλον εις την κατά του βασιλέως εκστρατείαν του».
Έγραψε το 1928 ο Δημήτριος Πολύζος στην κριτική του μελέτη «επί των πολεμικών γεγονότων της Βαλκανικής 1915-1918»:
«Μία γενεά ολόκληρος υπερεπηδήθη ειδικώτερον εν τω Στρατώ, αχρηστευθέντων δι’ ενός πλήγματος των τε υπερπηδηθέντων και των υπερπηδησάντων. Οι πρώτοι ανέκοψαν την φυσιολογικήν εξέλιξίν των, ήτις θα παρεσκεύαζε και θα κατεδείκνευε τους ικανούς δια τας ανωτάτας πολεμικάς θέσεις. Οι δεύτεροι ευρεθέντες εξαίφνης από Ταγματάρχαι στρατηγοί ηδίκησαν περισσότερον την πατρίδα παρά εαυτούς διότι στερήσαντες αυτήν αρίστων ταγματαρχών, οίτινες θα εξειλίσσοντο εις αξίους Στρατηγούς, έδωκαν εις αντάλλαγμα κακούς Στρατηγούς.
Αι ορμητικαί επαναστατικαί ψυχαί των αφελών εκείνων, οίτινες επίστευσαν ότι η στασιαστική Ελληνική περίοδος ήτο πραγματικώς Επανάστασις και ωραματίσθησαν Ροβεσπιέρους και Ναπολέοντας διευψεύσθησαν.
Εθνικόφρονες και οι μεν και οι δε μη έχοντες σχεδόν ουδεμίαν διαφοράν αντιλήψεως κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως δεν αντελήφθημεν ότι ευρέθημεν εν Επαναστάσει εκ λόγων, οίτινες δεν απέρρεον εξ ημών αλλά εξ άλλων…
Οι απορρεύσαντες εξ ημών λόγοι είναι μόνον το φίλερι και εγωκεντρικόν της Ελληνικής νοοτροπίας μας και η έλλειψις εθνικής υπερηφανείας.
Οι Ιακωβίνοί μας λοιπόν, οίτινες ανέμενον να εκπηδήσουν εκ της Επαναστατικής αναδημιουργίας οι γίγαντες οδηγηταί των Ελληνικών λαϊκών και στρατιωτικών φαλάγγων, δεν εδικαιώθησαν.
Και υπήρξαμεν κατά επιγραμματικήν αλήθειαν τελευταίως λεχθείσαν: “Ως τε στρατιωτικοί και ως πολιτικοί, ως τε διανοούμενοι και ως πολίται ΚΑΤΩΤΕΡΟΙ πάντες των περιστάσεων, ας εζήσαμεν”».

Παρακολουθήστε την ομιλία του κ. Βαϊούλη στους παρακάτω συνδέσμους:



Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ




Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com

 


Στις 18 Μαΐου 2017 κληθήκαμε να παρουσιάσουμε το ιστορικό μυθιστόρημα του Χάρη Τσιρκινίδη «Γιέλενα Απολλώνεια, το κορίτσι των Βαλκανίων», σε μία επανέκδοση από τις εκδόσεις Ερωδιός.
Ο συγγραφέας αφηγείται την προγονική ιστορία της Γιέλενας Απολλώνειας, μακρινής απογόνου του Σέρβου Ιβάν Μπράγκοβιτς και της Ελληνίδας Απολλώνειας του 2ου μισού του 18ου αιώνα, μέσα από ένα χειρόγραφο οικογενειακό ημερολόγιο. Στο ημερολόγιο η αφήγηση του Ιβάν σταματά στον Φεβρουάριο του 1798, αν και ίδιος πέθανε στις 26 Μαρτίου του 1816. Την ιστορία της οικογένειας Μπράγκοβιτς τη συνέχισε ο μικρότερος γιός του Τηλέμαχος έως και το 1828, χρονιά θανάτου της μητέρας του Απολλώνειας.
Το 1983, το οικογενειακό αυτό κειμήλιο βρισκόταν στα χέρια της Γιέλενας Απολλώνειας, υπηκόου της σοσιαλιστικής ομοσπονδιακής δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Αντίγραφο του ημερολογίου ήρθε στην κατοχή του τότε αντισυνταγματάρχη ονόματι, μυθιστορηματική αδεία, Μιλτιάδη Κομνηνού, κατά τη διάρκεια μίας εκπαιδευτικής αποστολής, για πρώτη φορά σε κομμουνιστική χώρα, 150 αξιωματικών της Σχολής Πολέμου της Γαλλίας, μεταξύ των οποίων ήταν και 19 ξένοι αξιωματικοί από διάφορες χώρες του κόσμου.
Η αφήγηση ξεκινά ουσιαστικά με τα τεκταινόμενα από το έτος 1756 στην πόλη Ούζιτσε, διακόσια χιλιόμετρα νότια του Βελιγραδίου, όπου ζούσε, οκτώ χρονών τότε, ο Ιβάν με τον παππού του, τη μητέρα του και τ’ αδέλφια του, τον 12χρονο Ντράγκαν, τον δεκάχρονο Σλόμπονταν και την πεντάχρονη Γιέλενα. Οι σφαγές της πρωτομαγιάς του 1756 στην Αλάνα του Ούζιτσε θα χαρακώσουν βαθιά την ψυχή του μικρού Ιβάν σε τέτοιο βαθμό ώστε βρήκε τα ψυχικά αποθέματα να καταγράψει την ιστορία της οικογένειάς του ένα μόλις χρόνο πριν το θάνατό του το 1816. Οι Οθωμανοί είχαν ανασκολοπίσει και αποκεφαλίσει τον παππού του και τον πατέρα του, είχαν σκοτώσει τη μητέρα του και τον αδελφό του Ντράγκαν, ενώ ο άλλος του αδελφός Σλόμπονταν και η Γιέλενα πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα, εξισλαμίσθηκαν και χάθηκαν για το γένος των Σέρβων.
Το μυθιστόρημα ολοκληρώνεται με μία ακόμη δυνατή σκηνή, με φόντο τον εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας. Η Γιέλενα Απολλώνεια σβήνει από τα χτυπήματα και τις κακουχίες, στις 13 Νοεμβρίου 1992, λίγες μόνον στιγμές από την είσοδό της στο ελληνικό έδαφος από τον ορεινό όγκο του Καϊμακτσαλάν, στην προσπάθειά της να ξεφύγει από το όνειδος του γιουγκοσλαβικού φρενοκομείου, που είχε ως σύνθημα Bratstvo i jedinstvo, δηλαδή «αδελφοσύνη και ενότητα»! Την ίδια στιγμή, μουσουλμάνοι μαφιόζοι και ένας Σερβοβόσνιος ελεύθερος σκοπευτής αποτελειώνουν τον σύζυγό της Σουλεϊμάν Τσολάκοβιτς, μουσουλμάνο δικηγόρο στο Σεράγεβο, το πτώμα του οποίου παρασύρεται από τα νερά του ποταμού Βόσνα.
Το 1996 ο Μιλτιάδης Κομνηνός βυθίζει τα οστά τη Γιέλενας Απολλώνειας στην Κορώνη, στον Μεσσηνιακό κόλπο, τόπο καταγωγής της μακρινής προγιαγιάς της, της Απολλώνειας. Τον επόμενο χρόνο, ο Κομνηνός ανοίγει διάπλατα την αγκαλιά του και αγκαλιάζει μαζί με την γυναίκα του την κόρη της Γιέλενας Απολλώνειας, τη Μανταλένα. Εκείνο το περιπετειώδες εκπαιδευτικό ταξίδι, του 1983 στη Γιουγκοσλαβία, του χάρισε μία κόρη και σ’ αυτήν αφιέρωσε το βιβλίο.

ΤΟ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Αν θέλουμε να διερευνήσουμε το θεωρητικό πλαίσιο ενός ιστορικού μυθιστορήματος, που προϋποθέτει μία δραματική δομή μυθοπλασίας μέσα σε μία καθορισμένη ιστορική περίοδο, τότε έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:
1. Η ύπαρξη του παλιού, χειρόγραφου οικογενειακού ημερολογίου με την ιστορία της οικογένειας Μπράγκοβιτς, από το 1756 έως το 2001, θα μπορούσε να είναι ένα πραγματικό γεγονός, ή μία θαυμάσια επινόηση του συγγραφέα. Ανεξάρτητα από την κατηγορηματική προλογική τοποθέτηση του συγγραφέα και τη δημοσίευση του οικογενειακού δένδρου της οικογένειας Μπράγκοβιτς, ο αναγνώστης παρασύρεται από την πλοκή του έργου και αποκομίζει την εντύπωση πως πρόκειται για μία ιστορική μυθοπλασία, βασισμένη όμως σε πραγματικά γεγονότα, και μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Προσωπικά θα προτιμούσα το ημερολόγιο της οικογένειας Μπράγκοβιτς να ήταν μία ευρηματική επινόηση.
2. Ο συγγραφέας, κατά μία αυτοβιογραφική περιγραφή, διάβαζε άπληστα από μικρός και απέκτησε βαθιές ιστορικές γνώσεις: «Το ανήσυχο μυαλό του δεν υποτασσόταν στη λογική των «μαθηματικών» στα θέματα που σχετίζονταν με την πορεία της ανθρωπότητας. Μελετούσε, ερευνούσε, άνοιγε το μυαλό του, για ν’ αποφύγει τους δογματισμούς και το φανατισμό, για ν’ αυξήσει τις πιθανότητες να πλησιάσει την αλήθεια». Αυτό το γεγονός, στον πραγματικό κόσμο, αντανακλάται στο σημαντικό ιστορικό του έργο για τη γενοκτονία του Ελληνισμού της Ανατολής. Δηλαδή, ως ιστορικός, θα έπρεπε να συμβιβάσει δύο αντικρουόμενες έννοιες, της μυθοπλασίας και της ιστορίας.
Κορυφαίοι ιστορικοί δεν επιχείρησαν ή απέτυχαν να γράψουν ιστορικό μυθιστόρημα, αν και η ιστορική τεκμηρίωση θα αποτελούσε επαρκές στοιχείο για να απαλύνει τις όποιες αδυναμίες στη λογοτεχνική έκφραση. Αντιθέτως, σημαντικά ιστορικά μυθιστορήματα έγραψαν λογοτέχνες που είχαν το θείο χάρισμα να αναπλάθουν με ακρίβεια και με φαντασία τα δρώμενα μίας παρελθούσης ιστορικής περιόδου, και να διαχειρίζονται με περίσσεια λογοτεχνική μαεστρία τη ροή της μυθοπλασίας. Επιτομή ιστορικού μυθιστορήματος θεωρείται το «Πόλεμος και Ειρήνη» του Λέοντος Τολστόι του 1869, στο οποίο σκιαγραφείται με πολλές λεπτομέρειες η εποχή της Ναπολεόντειας εισβολής στη Ρωσία, με εκατοντάδες χαρακτήρες και με φιλοσοφικές τοποθετήσεις. Δηλαδή, θεμέλιος λίθος για τη συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος είναι πάντοτε ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός ή μία σειρά τέτοιων γεγονότων.
3. Ο Χάρης Τσιρκινίδης επιχειρεί να δώσει σάρκα και οστά στην «τοιχογραφία» μίας εποχής, των λαών της Βαλκανικής, στην πράξη μέσα από τη συλλογική οδυνηρή εμπειρία της ολέθριας οθωμανικής επικυριαρχίας. Αναπλάθεται η τραγική πορεία του Ιβάν Μπράγκοβιτς, των προγόνων και των απογόνων του, μέσα από μία αέναη πάλη ενάντια στο εωσφορικό κακό. Για να θυμηθούμε και από τον πρόλογο του Βασίλη Φίλια στα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Γκαμπριέλ Γκάρσια Μαρκές, για τον Αουρελιάνο Μπουενδία: «Ένας ήρωας, που γύρω του μπλέκονται φοβερά πεπρωμένα, που αγγίζουν και τελικά συνθλίβουν τα πιο στενά του συγγενικά πρόσωπα, τους ανθρώπους του τόπου που γεννήθηκε και τελικά όλους όσους σταθήκανε δίπλα του στον μεγάλο αγώνα». Και στα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές ακολουθείται η «τεχνική» του γενεαλογικού δένδρου του ήρωα.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα είναι κυρίως κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, στο βορειοδυτικό τμήμα των Βαλκανίων. Οι ιστορικές αναφορές ανατρέχουν στην εποχή του τσάρου της Ρωσίας Μέγα Πέτρου του Α΄, ο οποίος κυβέρνησε θεωρητικά επί 43 έτη, από το 1682 έως και τον θάνατό του το 1725, σε ηλικία 53 ετών. Η περιοχή της πρώην Γιουγκοσλαβίας ήταν βεβαίως υπό οθωμανική κατοχή, αλλά υπήρξαν συχνές οι παρεμβάσεις στην περιοχή τόσο της Αυστρίας, όσο και της Ρωσίας. Αν και οι ρωσικές και μολδαβικές δυνάμεις απέτυχαν να εισβάλουν τελικά στη βαλκανική χερσόνησο, ένα από τα συνεπακόλουθα του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1710-1711 υπήρξε και ο διορισμός για πρώτη φορά χριστιανών ηγεμόνων Φαναριωτών ως πρίγκιπες - διοικητές, στη Μολδαβία και τη Βλαχία.
Ο επόμενος Ρωσοτουρκικός πόλεμος έγινε την περίοδο 1736-1739, χωρίς ουσιαστικά εδαφικά κέρδη για τη Ρωσία. Από το 1737 στον πόλεμο ενεπλάκη και η Αυστρία εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά ηττήθηκε από τους Οθωμανούς, οι οποίοι επιδόθηκαν σε σφαγές εναντίον των Σέρβων, μετά την αποχώρηση των Αυστριακών από την περιοχή του Βελιγραδίου. Ο επόμενος Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1768-1774 άπτεται και ελληνικού ενδιαφέροντος αλλά και της πλοκής του μυθιστορήματος, καθώς τμήμα του πολέμου αυτού υπήρξαν και τα λεγόμενα Ορλωφικά του 1770. Θέατρα αυτού του πολέμου, επί Μεγάλης Αικατερίνης της Β΄, υπήρξαν η Μολδαβία, η Βεσσαραβία, η Βλαχία, η Πελοπόννησος και οι επιχειρήσεις στο Αιγαίο Πέλαγος.
Το «ξανθό γένος» για μία ακόμη φορά δεν κατάφερε να απελευθερώσει τους ομόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς της Βαλκανικής, τους οποίους χρησιμοποιούσε κάθε φορά για αντιπερισπασμό. Μετά την αποτυχία της Ορλωφικής εξέγερσης οι Οθωμανοί επιδόθηκαν στο προσφιλές τους επάγγελμα, στις σφαγές των ελληνικών πληθυσμών της Πελοποννήσου. Η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή του 1774 οδήγησε στην υποτιθέμενη ανακήρυξη της Ρωσίας, ως προστάτιδας δύναμης των χριστιανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ούτε αυτό, όμως, ίσχυσε τελικά αν κρίνουμε από την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, τόσο στη σύντομη διάρκειά της στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, όσο και στον κύριο κορμό του Ελλαδικού χώρου από το 1821 έως και το 1829. Να μην ξεχνούμε ότι η τσαρική Ρωσία επέτρεψε στις οθωμανικές δυνάμεις να περάσουν το Δούναβη και να καταπνίξουν την επανάσταση του Αλέξανδρου Υψηλάντη.
Ένα σημαντικό κομμάτι της πλοκής του μυθιστορήματος διαδραματίζεται στην πόλη – κράτος της Ραγούσας, το Ντουμπρόβνικ στα κροατικά. Επρόκειτο για μία θαλάσσια δημοκρατία, τύπου Βενετίας, εγκλωβισμένη μεταξύ των ακτών της Αδριατικής και των Δειναρικών Άλπεων, που κατόρθωσε να επιζήσει από το 1358 έως την εισβολή των στρατευμάτων του Ναπολέοντα το 1808. Η παράλια και νησιώτικη αυτή δημοκρατία ήκμασε κυρίως μεταξύ του 16ου και του 17ου αιώνα, και υπήρξε ένας τόπος διαφυγής, για όσους τυχερούς κατάφερναν να ξεφύγουν από τη ζοφερή πραγματικότητα της οθωμανικής επικυριαρχίας στη βαλκανική χερσόνησο.



Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Ο ΦΙΛΙΚΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑΣ



Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΡΤΣΙΟΥ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΚΗΡΥΞΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΝ ΜΑΙΟ ΤΟΥ 1821 ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ
"Ποια ήταν η κινητή και ακίνητη (κτήματα, οικίες, καταστήματα κλπ) περιουσία του Εμμανουήλ Παπά, που δαπανήθηκε εξ ολοκλήρου για την ελευθερία αυτού του έθνους;  Ο μικρότερος γιός του Κωνσταντίνος είχε προσκομίσει στην αρμόδια στρατιωτική επιτροπή, ένα μαρτυρικό γερόντων εμπόρων των Σερρών, με επικύρωση του υποπροξενείου Σερρών και με ημερομηνία 20 Μαϊου 1865, με το οποίο πιστοποιείται ότι η περιουσία του Εμμανουήλ υπερέβαινε τις τριακόσιες χιλιάδες δίστηλα τάλληρα.  Η ισοτιμία του αργυρού ισπανικού τάλληρου ήταν την εποχή του 1821 ίση με 100 οβολούς, ή με ισοτιμία του 1825 1 δίστηλο ήταν ίσο με 8 γρόσια, δηλαδή με 400 παράδες. Αυτό σημαίνει 2.400.000 γρόσια ή 120.000.000 παράδες. Αλλά αυτές οι μεταγενέστερες εκτιμήσεις ήταν μετριοπαθείς. Διότι, μόνο στον διοικητή Σερρών Γιουσούφ Μπέη, ο Εμμανουήλ είχε δανείσει 40.000 μαχμουτιέδες, το χρυσό νόμισμα επί Σουλτάνου Μαχμούτ του Β΄, αξίας 36 γροσίων. Δηλαδή, ο Εμμανουήλ είχε δανείσει στον Τούρκο μπέη 1.440.000 γρόσια! ή όπως έλεγαν οι γέροντες έμποροι 1.000.000  δρχ. Ήταν δυνατόν να δάνειζε μόνο σε ένα άτομο πάνω από το μισό των νομισμάτων του;
Να σημειωθεί ότι «τα εξ εγχωρίων Ελλήνων εισπραχθέντα υπό του δημοσίου εις χρήμα καθ’ όλα τα έτη της Επαναστάσεως κατά τας επισήμους δηλώσεις της Λογιστικής Επιτροπής προς την Συνέλευσιν του Άργους (Δ΄ Εθνοσυνέλευση 11 Ιουλίου -6 Αυγούστου 1829) δεν υπερέβησαν τα 23 εκατομμύρια γροσίων»!
Αλλά τι σημαίνει αυτό; Γράφει ο καθηγητής Α. Μ. Ανδρεάδης για την οικονομική συνεισφορά των εφοπλιστών της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρρών: «Εκ των εφοπλιστών οι συνεισενεγκότες τα πλείονα ήσαν εν Ύδρα οι οίκοι Κουντουριώτη: 2.141.806, Βουδούρη: 764.114 και Τομπάζη 559.170. Εν Σπέτσαις οι των Αναργύρου: 609.000, Μπόταση: 453.000 και Μέξη: 430.000. Εν Ψαροίς, οι των Κοτζιά: 459.000 και Αποστόλου: 448.133».
Με λίγα λόγια η οικονομική συνεισφορά του Εμμανουήλ Παπά στον Αγώνα της Παλιγγενεσίας ξεπερνά αυτή του εφοπλιστικού Οίκου Κουντουριώτη και είναι μεγαλύτερη από την οικονομική συνεισφορά όλων των άλλων εφοπλιστών στις Σπέτσες και τα Ψαρά. Όμως δεν ήταν μόνο αυτή".












Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

ΟΤΑΝ Ο ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΡΗΓΑ ΒΕΛΕΣΤΙΝΛΗ, ΤΟΝ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟ




Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com

 


Γηράσκω αεί διδασκόμενος ή προσεγγίζω την αλήθεια ερευνώντας; Όπως αποδεικνύει, για μία ακόμη φορά, ο Γιώργης Έξαρχος με το νέο (2017) συγκλονιστικό πόνημά του «ΡΗΓΑΣ ΒΕΛΕΣΤΙΝΛΗΣ, Ο ΒΑΡΔΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ», των εκδόσεων Ερωδιός, ισχύει σίγουρα το δεύτερο. Ο Γιώργης (ας μου επιτραπεί ο ενικός) φέρνει στο φως νέα αποκαλυπτικά στοιχεία για τον πρόδρομο της εθνικής παλιγγενεσίας. Ο συγγραφέας ασχολείται, με τον Ρήγα Βελεστινλή εδώ και πολλά χρόνια. Το 1998 εξέδωσε το βιβλίο «Ρήγας Βελεστινλής» από τις εκδόσεις Καστανιώτη, και το 2001 το βιβλίο «Οι Ελληνόβλαχοι (Αρμάνοι), σε δύο τόμους και πάλι από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Επίσης, το Νοέμβριο του 1998 δημοσίευσε μία σειρά από άρθρα για τον Ρήγα, στην εφημερίδα Μακεδονία, αλλά και σε άλλα έντυπα. Παρ’ όλα αυτά η εργογραφία του Γιώργη Έξαρχου απουσιάζει τόσο από τη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια, όσο και από την ενδεικτική βιβλιογραφία για τον Ρήγα Βελεστινλή, και αυτό δεν είναι καθόλου καλό γι’ αυτήν καθεαυτή την ιστορική τεκμηρίωση.


Η έκδοση του βιβλίου για τους Ελληνόβλαχους, αμέσως μετά το βιβλίο για τον Ρήγα, δεν υπήρξε, βεβαίως, τυχαία. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι «ορισμένοι αποσιωπούν την αδιαμφισβήτητη αρμάνικη - ελληνοβλάχικη ρίζα του επαναστάτη, γράφουν πλήθος ψευδολογιών, δεν αναφέρουν τα όσα έχουν γράψει για τον αρμάνικο βλάχικο πληθυσμό του Βελεστίνου οι ξένοι περιηγητές που πέρασαν από εκεί στις αρχές του 19ου αιώνα, στρεβλώνουν την αλήθεια και εισάγουν καινοφανείς και …κενοφανείς θεωρίες, για πρόκληση συγχύσεων». Η αναφορά βεβαίως γίνεται για τον προβοκατόρικο όρο Ρουμανόβλαχοι που χρησιμοποιούν κάποιοι για τους Ελληνόβλαχους – Αρμάνους.

Η επισήμανση για τις πατρογονικές καταβολές του Ρήγα είναι θεμελιώδους σημασίας για την ιστορική έρευνα. Για παράδειγμα, ο ισχυρισμός, ότι επειδή ο Ρήγας δεν αναφέρει στη 12φυλλη Χάρτα του το Περιβόλι Γρεβενών, αυτό σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι ήταν ντόπιος και όχι Βλάχος, δεν αντέχει στην κριτική. Ο Ρήγας ήταν ντόπιος, καθώς γεννήθηκε στο Βελεστίνο, αλλά αυτό δεν αποκλείει την ελληνοβλάχικη – αρμάνικη καταγωγή του. Υπάρχει πλήθος ιστορικών αναφορών ότι τα βλαχοχώρια της Πίνδου προς την πλευρά των Γρεβενών, Περιβόλι, Σαμαρίνα, Σμίξη μπόλιασαν πολλές ελληνικές κοινότητες στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας και ιδιαιτέρως από τις αρχές του 18ου αιώνα και μετά. Οι βλάχικοι οικισμοί στο Σέλι του Βερμίου δημιουργήθηκαν, στα μέσα του 19ου αιώνα, από τις φάρες αυτών των χωριών. Οικογένειες από τις ίδιες φάρες ενσωματώθηκαν στα ελληνοχώρια του Μενοικίου από το 1830 και μετέπειτα.
Η ιστορική προσέγγιση στο πρόσωπο του Ρήγα Βελεστινλή, (1757 ή 1758 ή 1762 – 1798), δεν αφορά, όπως είναι φυσικό, μόνο στην καταγωγή του. Ο Ρήγας υπήρξε μία σπουδαία μορφή, ένα φιλελεύθερο πνεύμα, με μία νεωτερική, για την εποχή του, πολιτική σκέψη και κουλτούρα. Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε, πως ακολούθησε μία συνήθη διαδρομή για όλα τα «ανήσυχα» πνεύματα της εποχής. Από τη γενέτειρα στα σχολεία της Ζαγοράς, των Αμπελακίων ή του Αγίου Όρους, και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη ή στη Σμύρνη, στο Βουκουρέστι, στη Βιέννη, στην Τεργέστη, στη Βενετία ή στην Αλεξάνδρεια και το Άμστερνταμ κλπ.
Η παρουσία του Ρήγα και οι σπουδές του στη Ζαγορά συνάδουν καλύτερα, από πλευράς ιστορικής τεκμηρίωσης, με τα τεκταινόμενα στην περιοχή του Πηλίου εκείνη την εποχή. Το 1762, ο μεγάλος ευεργέτης έμπορος και βιβλιόφιλος Ιωάννης Πρίγκος, (1725 – 1789), από τη Ζαγορά ίδρυσε στη γενέτειρά του μία βιβλιοθήκη στα πρότυπα της βιβλιοθήκης του Άμστερνταμ, την οποία εφοδίασε με 800 τόμους βιβλίων «σπάνιες εκδόσεις αρχαίας ελληνικής γραμματείας, έργα Βυζαντινών συγγραφέων, χρονογράφων, ιστορικών και πατέρων της εκκλησίας, καθώς και φιλοσοφικά και ιστορικά βιβλία αλλά και γεωγραφίες, άτλαντες και χάρτες». Το 1776, ο Πρίγκος ίδρυσε στη Ζαγορά και ένα ανώτερο σχολείο, το Ελληνομουσείο, από το οποίο αποφοίτησαν και ο Άνθιμος Γαζής και ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, εξέχουσες μορφές του προεπαναστατικού Ελληνικού Διαφωτισμού.

Ο Γιώργης Έξαρχος μας δίνει απλόχερα και αυτούσια την άγνωστη μονογραφία «Βιογραφία Ρήγα του Βελεστινλή» του Βολιώτη γιατρού, αναρχικού και σοσιαλιστή, Δημήτρη Στωικού, η οποία δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Προμηθεύς, που εξέδιδε από το 1889-1901 ο Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης από τον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου. Ο συγγραφέας μετά από ενδελεχή και κοπιώδη ερευνητική προσπάθεια κατάφερε να συλλέξει τις συνέχειες της μονογραφίας από τα σπαράγματα των φύλλων του Προμηθέα. Όπως αναφέρει «πρόκειται για ό,τι πιο αληθινό και πιο ακριβές γραμμένο μέχρι σήμερα για τον Ρήγα Βελεστινλή, και το δημοσιοποιούμε με μεγάλη χαρά… Ο Δ. Α. Στωικός αποκαλύπτει έναν Ρήγα, όπως στην πραγματικότητα ήταν ο βάρδος της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και της ισότητας των λαών, έναν αληθινά ανθρώπινο άγιο του οικουμενισμού και όχι έναν φαντασιακά αγιοποιημένο Ρήγα, όπως τον έχουν φέρει (ακόμα και εικονογραφικά!) στα δικά τους μέτρα νεογραικύλοι …ρηγολόγοι!».
Είναι αλήθεια ότι το πολιτικό – διοικητικό όραμα του Ρήγα παρέμεινε ασαφές υπό την έννοια των ελάχιστων πιθανοτήτων για την υλοποίησή του, αλλά και εξαιτίας της αιφνιδιαστικής και βίαιης εξέλιξης των πραγμάτων με τη σύλληψή του στην Τεργέστη τον Δεκέμβριο του 1797, και την εξάρθρωση του ολιγομελούς συνωμοτικού του πυρήνα. Ο Ρήγας και οι 7 σύντροφοί του, τον Μάιο του 1798, παραδόθηκαν από τις αυστριακές αρχές στους Οθωμανούς του Βελιγραδίου και τον Ιούνιο του ιδίου έτους, έπειτα από συνεχή βασανιστήρια, στραγγαλίστηκαν και τα σώματά τους πετάχτηκαν στο Δούναβη. Οι Οθωμανοί ήθελαν να προλάβουν περαιτέρω πιέσεις από τη Δύση για να μην εκτελεστούν.
Επομένως, μία αποσαφήνιση του ιδεολογικού, πολιτικού και κοινωνικού, οράματος του Ρήγα Βελεστινλή μπορεί να προκύψει έμμεσα από άλλες πηγές. Για παράδειγμα, η εποχή ενηλικίωσης και διαμόρφωσης του χαρακτήρα του Ρήγα συμπίπτει με κορυφαία γεγονότα στο παγκόσμιο και ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, όπως είναι η Αμερικανική Επανάσταση (1775-1783), και η Γαλλική «Επανάσταση» (1789-1799). Η παραμονή του Ρήγα στις ημιαυτόνομες Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, «ένα ανοιχτό παράθυρο» προς τη Δύση, τον βοήθησε να έχει ευκολότερη πρόσβαση σε πληροφορίες και επιρροές από τα τεκταινόμενα στην υπόλοιπη Ευρώπη. 

Το τι ακριβώς αποκόμισε ως ιδεολόγημα ο Ρήγας, ιδιαιτέρως από τη Γαλλική «επανάσταση του τρόμου», είναι δύσκολο να καθοριστεί σήμερα. Διότι ο Ρήγας δεν έζησε για να δει ότι το 1815, μετά την ήττα του αυτοκράτορα Ναπολέοντα στο Βατερλώ, η πολιτική και κοινωνική κατάσταση στη Γαλλία επανήλθε στην προεπαναστατική εποχή. Ο βασιλιάς εξακολουθούσε να είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος της Γαλλίας, με τους τραπεζίτες να τον ακολουθούν κατά πόδας. Πρόλαβε, όμως, να δει τον Ναπολέοντα να καταλύει και επίσημα, με τη συνθήκη του Καμποφόρμιο του 1797, την υπερχιλιετή Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας.
Κατά την ταπεινή μας άποψη, και σε σχέση με το περιεχόμενο της Χάρτας, η πολιτική διοίκηση που οραματιζόταν ο Ρήγας σε όλες τις περιοχές υπό την οθωμανική κατοχή, προσιδιάζει ως Κοινοπολιτεία, με τον πόλεμο των 13 τότε αποικιών της Μεγάλης Βρετανίας εναντίον της κηδεμονίας της Γηραιάς Αλβιόνος.
Ο Γιώργης Έξαρχος δημοσιεύει επίσης, στο νέο του βιβλίο, αυτούσιο το πόνημα του σπουδαίου Ρουμάνου ιστορικού Emil Virtosu, ο οποίος το 1946 εκπόνησε τη μελέτη με τίτλο «Νέα για τον Ρήγα Βελεστινλή πρόδρομο της ελληνικής ανεξαρτησίας». Η μελέτη δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Revista Istorica, με «πλήθος άγνωστων μέχρι τότε γραπτών μαρτυριών για τη ζωή, τη δράση και το έργο του Ρήγα, που αποκαλύπτουν άγνωστες πτυχές του ήρωα, σχετικές με την οικογένειά του, τη μητέρα του, τον αδελφό του, τις ερωτικές περιπέτειές του, τις διαμάχες του με τον βαρόνο Κιρλιάνο, τις κτηματικές διαφορές του με μονές και συμπολίτες του κ.α.».
Τέλος, ο συγγραφέας παρουσιάζει σημαντικά δημοσιεύματα από μία ανασκόπηση για τον Ρήγα Βελεστινλή στη Ρουμανία την περίοδο 1833-2001. Περιλαμβάνονται αδημοσίευτα και άγνωστα στην Ελλάδα έγγραφα από διάφορα Ρουμανικά αρχεία. Επίσης, «στο Παράρτημα συγκαταλέγονται (πρωτοδημοσιευόμενα στην ελληνική) ΄Εγγραφα και Γραπτές Πηγές – Κείμενα, για τον Ρήγα που στο σύνολό τους δίνουν άγνωστες συγκλονιστικές πληροφορίες για τη ζωή, τη δράση και το έργο αυτής της γιγαντιαίας οικουμενικής μορφής και προσωπικότητας, του αδούλωτου πολίτη και παγκόσμιου επαναστάτη διανοούμενου Ρήγα Βελεστινλή Γραμματικού».
Το βιβλίο του Γιώργη Έξαρχου «ΡΗΓΑΣ ΒΕΛΕΣΤΙΝΛΗΣ, Ο ΒΑΡΔΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ», των εκδόσεων Ερωδιός, περιλαμβάνει, εκτός από έγγραφα, επιστολές και ντοκουμέντα, και 366 υποσημειώσεις με πλήθος ιστορικών στοιχείων για πρόσωπα και γεγονότα της εποχής, έναν πραγματικό θησαυρό γνώσεων.


Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

ΤΑ "ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΑ ΜΝΗΜΑΤΑ" ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ



1Η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1955: Ο ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΤΗΣ ΕΟΚΑ 1955-1959

108 νεκροί Ηρωομάρτυρες
50 θύματα του Αγώνα
80 φονευθέντες από τους Τούρκους
1.000 αγωνιστές καταδικάστηκαν, οι 39 σε θάνατο.
3.300 πολιτικοί κρατούμενοι
23.000 Κύπριοι υπήρξαν μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων της ΕΟΚΑ, της ΠΕΚΑ και της ΑΝΕ.

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com

 



Κατά τον Φεβρουάριο του 1956, οι Βρετανικές κατοχικές αρχές άρχισαν να κατασκευάζουν εντός των κεντρικών φυλακών της Λευκωσίας ένα «εσωτερικό» κοιμητήριο με σκοπό να θάπτουν εκεί τους καταδικασθέντες σε διά απαγχονισμού θάνατο Κύπριους Αγωνιστές της ΕΟΚΑ, αλλά και όσους αγωνιστές έβρισκαν τον θάνατο στις συγκρούσεις με τις βρετανικές δυνάμεις. Ο λόγος ήταν προφανής. Οι Βρετανοί δεν ήθελαν να καταστήσουν, τους χώρους ταφής των Κύπριων ηρώων, τόπους προσκυνήματος. Ο χώρος ταφής των απαγχονιζόμενων ήταν μυστικός και στις εκτελέσεις παραβρίσκονταν μόνον Βρετανοί και Τουρκοκύπριοι δεσμοφύλακες.
Στα «φυλακισμένα μνήματα» των κεντρικών φυλακών της Λευκωσίας ρίχτηκαν οι σοροί των Μιχαλάκη Καραολή και Αντρέα Δημητρίου, που απαγχονίστηκαν μαζί στις 10.5.1956, των Χαρίλαου Μιχαήλ, Αντρέα Ζάκου και Ιάκωβου Πατάτσου, που απαγχονίστηκαν μαζί στις 9.8.1956, των Μιχαήλ Κουτσόφτα, Στέλιου Μαυρομμάτη και Αντρέα Παναγίδη, που απαγχονίστηκαν μαζί στις 21.9.1956 και του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, που απαγχονίστηκε στις 14.3.1957. Στον ίδιο εσώκλειστο μυστικό χώρο ενταφιάστηκαν και άλλοι τέσσερις ήρωες του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, ο Μάρκος Δράκος στις 18.1.1957, ο Γρηγόρης Αυξεντίου στις 3.3.1957, ο Στυλιανός Λένας στις 28.3.1957, και ο Κυριάκος Μάτσης στις 19.11.1958.
Οι 9 αγωνιστές που εκτελέστηκαν ήταν όλοι νέοι ηλικίας 19-24 ετών. Σε τέσσερις τάφους οι Βρετανοί έθαψαν, ανά δύο, οκτώ αγωνιστές. Τον Αντρέα Δημητρίου με τον Στυλιανό Λένα, τον Αντρέα Ζάκο με τον Κυριάκο Μάτση, τον Αντρέα Παναγίδη με τον Μιχαήλ Κουτσόφτα και τον Γρηγόρη Αυξεντίου με τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Κατά τη διάρκεια των εκτελέσεων και της ταφής των σορών, η διεύθυνση των φυλακών έδινε υποχρεωτική άδεια στους Έλληνες δεσμοφύλακες. Επίσης, σύμφωνα με μαρτυρίες, κατά τη διάρκεια της ταφής οι δεσμοφύλακες έριχναν ασβέστη στις σορούς των νεκρών, ενώ η ανεύρεση σε αποθήκη, εντός των φυλακών, δεκάδων δοχείων με υδροχλωρικό οξύ τεκμηρίωσε τη μαρτυρία ότι οι αρχές των φυλακών έριχναν εντός των τάφων και υδροχλωρικό οξύ. 


Καθ’ όλη την περίοδο των 82 ετών της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο (1878-1960), ο διακαής πόθος των Κυπρίων υπήρξε η Ένωση με την Ελλάδα, και αυτός ήταν και ο αντικειμενικός σκοπός του Απελευθερωτικού Αγώνα των ηρώων της ΕΟΚΑ κατά την περίοδο 1955-1959. Ο Αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος στην προσφώνησή του προς τον πρώτο Βρετανό Αρμοστή της Κύπρου Σερ Γκάρνετ Γούλσλεϋ ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Αποδεχόμαστε την μεταπολίτευσιν τοσούτω μάλλον καθ’ όσον έχομεν την πεποίθησιν ότι η Μεγάλη Βρεττανία θα βοηθήση την Κύπρον, ως έπραξε και περί των Ιονίων νήσων, να ενωθή με την μητέρα Ελλάδα, με την οποίαν φυσικώς συνδέεται».
Όμως, όπως η Ελλάδα πέρασε απευθείας από την τουρκοκρατία στη βρετανοκρατία, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια τον Σεπτέμβριο του 1831, έτσι και η Κύπρος δόθηκε στους Άγγλους αποικιοκράτες ως αποτέλεσμα των παρασκηνιακών μεθοδεύσεων, με την Υψηλή Πύλη, στις συνθήκες του Αγίου Στεφάνου και του Βερολίνου του 1878. Οι Κύπριοι δεν έπαυσαν ποτέ να ζητούν την Ένωση με την Ελλάδα, με πάνδημα συλλαλητήρια, με υπομνήματα αλλά και με εξεγέρσεις, όπως η μεγάλη εθνική εξέγερση του Οκτωβρίου 1931.
Κατά τα «Οκτωβριανά», ο Μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς κάλεσε τους Έλληνες σε γενική ανυπακοή «προς τους άνομους νόμους» των αποικιοκρατών, και ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους. Η εξέγερση κατεστάλη με βία και αίμα. Άλλωστε οι στυγνοί Βρετανοί (και οι συν αυτοίς) αποικιοκράτες είχαν μακράν εμπειρία από βίαιη καταστολή εξεγέρσεων στις ανά τον κόσμο αποικίες τους. Ακολούθησε μία δεκαετής περίοδος, μέχρι την έναρξη του β΄ παγκοσμίου πολέμου, κατά την οποία καταργήθηκαν στην πράξη οι συνταγματικές ελευθερίες και οι διατάξεις περί ατομικών δικαιωμάτων. Όλα αυτά τα χρόνια, οι Κύπριοι αντιμετώπισαν μαζικές συλλήψεις, φυλακίσεις, απελάσεις και καταπιεστικά μέτρα.
Αποκορύφωμα των δυναμικών κινητοποιήσεων του Κυπριακού Ελληνισμού υπήρξε το Ενωτικό Δημοψήφισμα του 1950 που διεξήχθη, από 15 μέχρι 22 Ιανουαρίου, μεταξύ των Ελλήνων που αποτελούσαν το 80,2% των κατοίκων του νησιού. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υπήρξε συντριπτικά υπέρ της Ένωσης. Το 95,7% του πληθυσμού ή το 100% των ψηφισάντων αξίωσαν την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Αλλά για τους Βρετανούς το θέμα της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήταν «κλειστό». Τον Δεκέμβριο του 1953, στη Βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα, ο Άντονι  Ήντεν, τότε υπουργός Εξωτερικών, δήλωνε ορθά – κοφτά στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Παπάγο ότι για τη Βρετανική Κυβέρνηση «δεν υφίσταται Κυπριακόν ζήτημα ούτε εις το παρόν ούτε εις το μέλλον».

Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ
Τριάντα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα της 31ης Μαρτίου προς την 1η Απριλίου 1955 εκκωφαντικές εκρήξεις συγκλόνισαν τη Λευκωσία, τη Λεμεσό, τη Λάρνακα και στρατιωτικούς στόχους, ενώ «χτυπήθηκαν» και κυβερνητικά κτίρια. Ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ είχε ξεκινήσει. Η ημερομηνία έναρξης του απελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου είχε καθοριστεί δύο ημέρες πριν, στη συνάντηση του Γεωργίου Γρίβα – Διγενή με τον Γενικό Αρχηγό, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Έγραψε ο Γρίβας στο ημερολόγιό του: «29 Μαρτίου. 20ην ώραν είδον Γενικόν. ΝΑ ΑΡΧΙΣΩΜΕΝ. Μου έδωσεν την ευχήν του. Ο Θεός μαζί μας».
Το πρωί της 1ης Απριλίου κυκλοφόρησε η πρώτη προκήρυξη της ΕΟΚΑ, με τίτλο:
 «ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΙΝΑΞΙΝ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ ΖΥΓΟΥ»
Η απόφαση για την έναρξη του ένοπλου αγώνα στην Κύπρο είχε καταστεί αναπόφευκτη καθώς οι πολιτικές πρωτοβουλίες της ελληνικής κυβέρνησης, για διεθνοποίηση του Κυπριακού Ζητήματος, είχαν πέσει στο κενό. Στις 16 Αυγούστου 1954, η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου με αίτημά της ζήτησε από τον γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών την εφαρμογή της αρχής των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιάθεσης για τον Κυπριακό λαό.
Η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, της 17ης Δεκεμβρίου 1954 ανέφερε τα εξής: «Η Γενική Συνέλευσις, λαμβάνουσα υπ’ όψιν ότι προς το παρόν δεν θεωρείται σκόπιμος η λήψις αποφάσεως επί του ζητήματος της Κύπρου, αποφασίζει να μην εξετάση περαιτέρω το θέμα το φέρον τον τίτλον «Εφαρμογή υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών της αρχής των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιαθέσεως των λαών εις την περίπτωσιν της Κύπρου». Δηλαδή, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αρνήθηκε να συζητήσει το θέμα!
Αλλά και πριν την υποβολή του ελληνικού αιτήματος στα Ηνωμένα Έθνη, ο Βρετανός υφυπουργός Αποικιών Χένρι Χόπκινσον, στις 28 Ιουλίου 1954, σε τοποθέτησή του στη Βουλή των Κοινοτήτων είχε πει ότι η Κύπρος είναι στρατηγικής σημασίας για τη Βρετανία, και ότι η Βρετανική κυβέρνηση δεν μπορεί να διανοηθεί αλλαγή στο θέμα της κυριαρχίας στην Κύπρο.



Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ
Ο θάνατος του πρωθυπουργού στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, στις 4 Οκτωβρίου 1955, ένα μήνα μετά τα «Σεπτεμβριανά» στην Πόλη, δημιούργησε σοβαρότατο πρόβλημα στη χώρα καθώς ο Παπάγος είχε εγκρίνει την ένοπλη φάση του Κυπριακού Αγώνα, και είχε θέσει υπό την αιγίδα του ελληνικού κράτους τις προσφυγές στον ΟΗΕ για το Κυπριακό. Όμως, κατά διαβολική σύμπτωση, από την έναρξη της ένοπλης φάσης του αγώνα των Κυπρίων κατά των Άγγλων, την 1η Απριλίου 1955, έως και τον θάνατό του, μετά από έξι μήνες, ο Παπάγος ήταν βαριά άρρωστος και όπως ήταν φυσικό δεν μπορούσε να παρακολουθήσει και να επηρεάσει τις εξελίξεις. Είχε προηγηθεί μία περίοδος παλινωδιών της ελληνικής διπλωματίας με απίστευτο ενδοτικό παρασκήνιο στις επιταγές της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής.
Το περίεργο είναι ότι κανείς δεν έμαθε ποτέ από τι έπασχε ο Παπάγος. Έχει ενδιαφέρον μία αποστροφή της Φρειδερίκης σε επιστολή της στον Μάρσαλ: «Κανείς δεν ήξερε, ούτε καν ο σύζυγός μου, από τι πράγματι έπασχε (ο Παπάγος). Βαδίζαμε προς πλήρες χάος. Κι έπειτα ο Παπάγος πέθανε. Μέσα σε μερικές ώρες ο σύζυγός μου διόρισε Πρωθυπουργό της Ελλάδος έναν νέον άνδρα, αυτοδημιούργητον, από την Μακεδονία. Η χώρα αισθάνθηκε σαν να είχε πιει σαμπάνια»!
Στο βάθος το κατεχόμενο τμήμα της Λευκωσίας
Η είσοδος στα Κατεχόμενα από τον Μακρύδρομο (Λήδρας)

Παρά την φαινομενική αλλαγή σκυτάλης στον αμερικανικό παράγοντα μετά το 1947, η Βρετανία δεν έπαψε ποτέ να θεωρεί την Ελλάδα προτεκτοράτο της και να βρίσκεται πίσω από όλες τις ραδιουργίες εναντίον του Ελληνισμού. Επομένως, ήταν κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι Βρετανοί και Αμερικανοί θα προωθούσαν στην εξουσία ένα πολιτικό πρόσωπο, το οποίο θα τους παρείχε – μεταξύ άλλων - και τα εχέγγυα μίας «νομιμόφρονης» προσέγγισης του Κυπριακού ζητήματος.
Η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Κωνσταντίνο Καραμανλή από το Παλάτι, γεγονός που ταλάνιζε τη σκέψη του Γεωργίου Παπανδρέου έως το θάνατό του, συνδέθηκε με το περίφημο «μνημόνιο» του Καραμανλή, την υποτιθέμενη δέσμευσή του δηλαδή, ότι «θα κατεβάλλετο πρσπάθεια εξουδετερώσεως της κοινής γνώμης προς συμβιβαστικήν επίλυσιν τούτου». Επίσης, η ανοιχτή διαφοροποίησή του στο υπουργικό συμβούλιο, στο θέμα της ανακίνησης του Κυπριακού, θεωρήθηκε ως υποβολή των διαπιστευτηρίων του προς τον αμερικανικό και βρετανικό παράγοντα. Αυτή, όμως, καθεαυτή η χρονική συγκυρία επιλογής του Καραμανλή για την πρωθυπουργία τον καθιστούσε ύποπτο.
Η βρετανική διπλωματία, στις 5 Σεπτεμβρίου 1955, και ενώ είχε οργανώσει μαζί με τον Μεντερές το προγκρόμ της 6ης Σεπτεμβρίου στην Πόλη, συνεκάλεσε στο Λονδίνο τριμερή προβοκατόρικη διάσκεψη για να «αποκοιμήσει» την ελληνική πλευρά, και να νομιμοποιήσει την Τουρκία ως συνομιλητή στο Κυπριακό. Στο περιθώριο της διάσκεψης οι Βρετανοί βολιδοσκόπησαν τον Στέφανο Στεφανόπουλο, εάν ενδιαφέρεται για τη θέση του πρωθυπουργού! Να τι έγραψε ο Σπύρος Παπαγεωργίου:
«Εις μη δημοσιευθείσαν μέχρι τούδε έκθεσιν του Ιω. Ν. Σωσσίδη, μετάσχοντος εις την Διάσκεψιν, αναφέρονται και τα εξής: «Κατά την ιδιαιτέραν συνομιλίαν του κ. Στεφανόπουλου, μετά του κ. Μακ – Μίλλαν, της 5ης Σεπτεμβρίου 1955, ουδείς παρίστατο τρίτος. Συναντήσας, όμως, τον κ. Στεφανόπουλον ευθύς με την συνομιλίαν του και ερωτήσας, αυτόν, περί των λόγων της εκδήλου ταραχής του, επληροφορήθην παρ’ αυτού, όλως εμπιστευτικώς, ότι:
α) Ο κ. Μακ- Μίλλαν επέμεινεν ότι βάσει απολύτως εξηκριβωμένων πληροφοριών, επέκειτο ο θάνατος του Στρατάρχου Παπάγου (σ.σ.: !!) και επρότεινε, κατόπιν τούτου, εις τον κ. Στεφανόπουλον, όπως η Ελληνική Κυβέρνησις αποσύρη ή, τουλάχιστον, μη υποστηρίξη την προσφυγήν της εις τα Ηνωμένα Έθνη, τερματισθή δε, ούτως, ή περί το Κυπριακόν Ελληνο-Βρεταννική αντιδικία.
β) Κατά τον κ. Μακ – Μίλλαν, τοιαύτη ενέργεια της Ελληνικής Κυβερνήσεως δεν θα απέκλειε την δυνατότητα επιλύσεως του Κυπριακού εις το μέλλον, δια συμφωνίας την οποίαν θα ηδύνατο να διαπραγματευθή ούτος και πάλιν μετά του κ. Στεφανοπούλου, από της νέας όμως και ανωτέρας, ως αφήκε να εννοηθή, θέσεως του τελευταίου εν τη Κυβερνήσει.
γ) Ο κ. Στεφανόπουλος απέρριψεν, άνευ δισταγμού, την πρότασιν του κ. Μακ – Μίλλαν, τονίσας ότι ουδείς Έλλην, και μάλιστα υπεύθυνος πολιτικός, είχε το δικαίωμα να εγκαταλείψη τους αγωνιζομένους Κυπρίους, οίτινες, άλλωστε, εν τοιαύτη περιπτώσει, θα ηδύναντο και θα εδικαιούντο να στραφούν προς έτερα κράτη, ακόμη και προς τα Ανατολικά, προκειμένου να επιτύχουν την εγγραφήν και την συζήτησιν του ζητήματός των εις τα Ην. Έθνη».

Το Μνημείο της Ελευθερίας (1973) στη Λευκωσία
Ο Τζων Σωσσίδης περιέγραψε στον Αλέξη Παπαχελά τις ιστορικές στιγμές του θανάτου του Παπάγου, τη στάση του Στεφανόπουλου και την αναρρίχηση στην εξουσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή:
«Το βράδυ του θανάτου του Παπάγου έτρωγα εγώ με τον Στεφανόπουλο και πήραμε ένα τηλεφώνημα από τον Λόνη τον Παπάγο ότι ο στρατάρχης απεβίωσε. Πήγαμε λοιπόν αμέσως στην Εκάλη και εκεί είδαμε τον βασιλέα, ο οποίος συνομίλησε ιδιαιτέρως με τον Στεφανόπουλο - ήμουν εκεί μπροστά - και του είπε να έρθει την επομένη για να συζητήσουν σχετικά με το θέμα της κυβερνήσεως.
Ο Στεφανόπουλος εξεπλάγη με την προθυμία του βασιλέως να συζητήσει την επομένη αμέσως για το θέμα της κυβερνήσεως και επεφυλάχθη να απαντήσει. Εν συνεχεία είπε του βασιλέως ότι θα προτιμούσε να αναβληθεί η συζήτηση μέχρις ότου η συνέλευση του κόμματος, η οποία θα συνεκαλείτο αμέσως μετά την κηδεία, αποφασίσει περί του νέου αρχηγού. Ο Στεφανόπουλος θεωρούσε ότι η εντολή που είχε εκ μέρους του στρατάρχου να τον αναπληρώνει είχε εκπνεύσει - θεωρούσε, δηλαδή, ο Στεφανόπουλος ότι "εντολέως αποθανόντος, η εντολή έπαυσε να υφίσταται". Ο βασιλεύς τον άκουσε και του είπε: "Καλά, τότε θα συζητήσουμε αργότερα". Φύγαμε από το σπίτι της Εκάλης του στρατάρχη και γυρίσαμε πίσω - ο μεν Στεφανόπουλος έμενε τότε στο "Σεμίραμις", ένα ξενοδοχείο της Κηφισιάς, και εγώ πήγα στο υπουργείο, γιατί είχαμε να κάνουμε διάφορα τηλεγραφήματα κτλ. Την επομένη το μεσημέρι ο Στεφανόπουλος ηργάζετο εις το γραφείο του και εγώ ήμουν εις τον προθάλαμο. Δεν υπήρχε κανείς άλλος στο υπουργείο. Κατά τις 4 το απόγευμα ανηγγέλθη ο πρέσβης Κουτσαλέξης, ο οποίος ήταν ο γενικός διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του βασιλέως. Είχαν μια μικρή συζήτηση και μετά με κάλεσε ο Στεφανόπουλος και μου ζήτησε να επικοινωνήσω με τον Κεφάλα, ο οποίος ήταν τότε διευθυντής Εσωτερικού Τύπου στο υπουργείο Προεδρίας και να του δώσω την εντολή να αναγγελθεί στα νέα των 6 μ.μ. του ραδιοφώνου ότι είχε υποβάλει την παραίτησή του. Εγώ εξεπλάγην με αυτή την απότομη παραίτηση του Στεφανόπουλου και τον ρώτησα τι συνέβη. Μάλιστα εκείνη τη στιγμή είχε μπει και ο γενικός διευθυντής του "Συναγερμού", ο Γιώργος Στασινόπουλος, ο οποίος ήθελε να μεταβεί στα γραφεία του κόμματος για να δώσει εντολές για τους βουλευτές να επιστρέψουν για την κοινοβουλευτική ομάδα. Ρώτησα τον Στεφανόπουλο: "Κύριε πρόεδρε, συγκαλέσατε υπουργικό συμβούλιο; Δεν πρέπει να συγκληθεί υπουργικό συμβούλιο και να ρωτηθούν τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου;". Τότε επενέβη ο μακαρίτης ο Κουτσαλέξης, ο οποίος με γνώριζε από μικρό παιδί, και μου είπε: "Παιδί μου, Τζον, δεν έχει καμία σημασία. Ο βασιλεύς ζητάει την παραίτηση του προέδρου και της κυβερνήσεως προκειμένου να αναθέσει εις τον πρόεδρο την εντολή".
Βγήκαμε έξω και μετά από μισή ώρα από το ραδιόφωνο πληροφορηθήκαμε ότι η εντολή είχε δοθεί στον Καραμανλή. Μόλις έγινε αυτό τότε και μόνο τότε άρχισαν να συρρέουν οι διάφοροι παράγοντες του κόμματος και ιδίως οι βουλευτές. Άρχισαν να μαζεύονται δεκάδες βουλευτές, οι οποίοι διαμαρτύροντο διά την ανάθεση της πρωθυπουργίας στον Καραμανλή, και άρχισε να περιφέρεται ένα πρωτόκολλο αποδοκιμασίας της βασιλικής πρωτοβουλίας. Αυτό συνεχίστηκε ως τις 8-9 το βράδυ, οπότε και συγκεντρώθηκαν 106, αν δεν κάνω λάθος, υπογραφές αποδοκιμάζοντας τη βασιλική πρωτοβουλία. Την επομένη ο Στεφανόπουλος δεν χρησιμοποίησε το έγγραφο. Έγινε η κηδεία του στρατάρχη. Μετά την κηδεία έγινε η συνέλευση του κόμματος. Εις τη συνέλευση του κόμματος ζήτησε ο Ράλλης, αν δεν κάνω λάθος, να αναβληθεί η συνέλευση και ο Στεφανόπουλος δέχθηκε την αναβολή. Στη Βουλή είχε την εντολή ήδη ο Καραμανλής. Ο Στεφανόπουλος πήγε στη συνεδρίαση αλλά δεν συμμετέσχε στην ψηφοφορία - και τελείωσε το θέμα εκεί».
Ο Στέφανος Στεφανόπουλος, λοιπόν, μπορεί να έδειξε μετριοπαθή στάση διότι γνώριζε το αντίτιμο του πρωθυπουργικού θώκου, αλλά έφερε το θέμα βαρέως. Η αποκάλυψη περί Καραμανλικού «μνημονίου» προθέσεων, προς τον αμερικανικό και βρετανικό παράγοντα, έγινε λίγες ημέρες μετά τη συζήτηση στη Βουλή για το Κυπριακό. Ο Στεφανόπουλος δήλωσε ότι ο κ. Σωτηρόπουλος «απεκάλυψε λεπτομερώς όσα εβυσσοδομούντο την εποχήν εκείνην της ασθενείας του στρατάρχου Παπάγου, με επίκεντρον το Κυπριακόν. Ουδεμίαν σημασίαν έχει από ποίον προήρχοντο αι διατυπωθείσαι σκέψεις περί «κλεισίματος» αυτού. Αρκεί ότι ο τότε υπουργός των Δημοσίων Έργων, αναρμοδίως και εν πλήρει αγνοία του προέδρου του και του αρμοδίου υπουργού Εξωτερικών, ήρχετο εις μυστικάς επαφάς, με σκοπόν το «κλείσιμον» του Κυπριακού, χωρίς επί πλέον να ληφθή υπ’ όψιν ότι τοιαύται άτοπαι ενέργειαι εξησθένιζον και υπενόμευον τον διεξαγόμενον τότε σκληρόν αγώνα, εφ’ όσον ενεφάνιζον την Ελληνικήν Κυβέρνησιν ως διηρημένην».

 

 

Υ.Σ.: Υπάρχει πληθώρα εγγράφων, αρχειακού υλικού και βιβλιογραφίας για εκείνη την περίοδο, αλλά θα πρέπει όλα αυτά να εξεταστούν σε συνδυασμό με την ελληνική, βρετανική και τουρκική πολιτική, και τις σοβαρές γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή. Αποτέλεσμα των μεθοδεύσεων όλης αυτής της ταραγμένης περιόδου υπήρξαν οι συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου (11 και 19 Φεβρουαρίου 1959) για το κυπριακό. Επομένως, η έκδοση ενός τόμου για τα πεπραγμένα από τη δεκαετία του 1950, έως και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, καθίσταται απαραίτητη.

 


Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

200 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΜΑΣ (ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ)



- Υπό διεθνή έλεγχο από τα γεννοφάσκια μας

- Το 1832 ο οίκος Ρότσιλντ εξέδωσε δάνειο 60 εκατ. δρχ. Το 1843 χρωστούσαμε 66 εκατ. ενώ είχαμε καταβάλει 40 εκατ. σε μεσιτείες και τοκοχρεολύσια, 15 εκατ. σε αποζημιώσεις και 20 εκατ. για έξοδα της βαυαρικής αντιβασιλείας και του μισθοφορικού στρατού της.

 

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com

 


Σαν να μην πέρασε ούτε μία ημέρα. Το 1832 οι «Προστάτιδες» Δυνάμεις προσφέρουν το θρόνο της Ελλάδος στον ανήλικο τότε Βαυαρό πρίγκιπα Όθωνα, μετά την άρνηση του Λεοπόλδου Α΄ της Σαξωνίας ο οποίος ενθρονίστηκε τελικά στο νεοσύστατο Βελγικό βασίλειο. Ήταν φανερό ότι το αρτισύστατο ελληνικό κράτος δεν θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς την παροχή οικονομικής βοήθειας, μετά τη δεκαετή θυελλώδη επαναστατική και εμφυλιο-πολεμική περίοδο που έφθασε το Γένος στα όρια του αφανισμού. Όμως, οι πιστωτές αρνούνταν τη χορήγηση του δανείου στον κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια, καθώς Αγγλία και Γαλλία όχι μόνο δεν παρείχαν εγγυήσεις, όπως ζητούσαν οι πιστωτές, αλλά τουναντίον επεδίωκαν τη πολιτική και φυσική του εξόντωση.


 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε εκλεγεί πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδος από την Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνος, τον Απρίλιο του 1827. Με πολυετή διπλωματική εμπειρία, (μεταξύ των άλλων διετέλεσε και επί σειρά ετών υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας), είχε όλα τα εχέγγυα ως κυβερνήτης για τη θέσπιση ενός διοικητικού και νομικού πλαισίου, ώστε να καταστεί η «νεαρά Ελλάς» ένα ευρωπαϊκό κράτος δικαίου.

Γράφει (δια του Τερτσέτη) ο Κολοκοτρώνης:

«Τα ψηφίσματα της συνελεύσεως εις το Άργος έβαλαν βάσεις συνταγματικής κυβερνήσεως. Αφού εκλέχθη η Γερουσία εσύστησε ο Κυβερνήτης και επιτροπή δια να ετοιμάση σύνταγμα. Μερικοί προύχοντες εδυσαρεστήθηκαν. Κοντά εις αυτούς οι Υδραίοι, διατί δεν τους έδιδε ο Κυβερνήτης ευθύς τα όσα είχαν εξοδεύσει εις την επανάστασιν. Οι Χίοι, διατί τους εζήτησε λογαριασμόν. Εκακοφάνηκε και μερικών λογιωτάτων δια την ελευθερίαν της εφημερίδος. Εζήτησαν σύνταγμα, και έτσι οι προύχοντες οι παραπονεμένοι, ενωμένοι με τους Υδραίους και άλλους δυσαρεστημένους, έβγαλαν εμπροστά δια πρόφασιν το σύνταγμα. Ημπορεί μεταξύ των προκομένων να επίστευαν ότι είναι καλό το σύνταγμα δια να έμβη εις ενέργεια ευθύς, πλην οι κοτσαμπασήδες και μερικοί άλλοι το μετεχειρίσθησαν ως πρόσχημα. Εμβήκε μέσα και ξένος δάκτυλος και ερέθιζε τα πράγματα».

Η «δόλια» Αλβιόνα, και οι κολαούζοι της οι Γάλλοι, μετήλθαν όλων των μέσων και των μεθόδων για να αποδομήσουν την εξουσία του Καποδίστρια. Άλλωστε καιροφυλακτούσαν οι μετέπειτα πρωθυπουργοί Μαυροκορδάτος και Κωλέττης, η κλίκα της Ύδρας και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης.

«Όταν έκαψε ο Μιαούλης τα καράβια, εβόγγησε όλο το έθνος δια την αδικίαν οπού έκαμε να κάψη τα εθνικά καράβια. Μερικοί βλέποντας ότι ούτε με επιτροπάς ούτε με αποστασίας δεν έκαμναν τίποτε, εσυμβουλεύθηκαν μερικοί και απεφάσισαν να σκοτώσουν τον Κυβερνήτην».

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, ο αδελφός και ο γιός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, υλοποιώντας μία ακόμη συνωμοσία της «δόλιας» Αλβιόνος, εκτέλεσαν τον Καποδίστρια λίγο πριν εισέλθει στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος στο Ναύπλιο. Επρόκειτο για ένα φρικτό έγκλημα με τον «πιο ακαριαίο θάνατο» της ιστορίας, με δεδομένα τα όπλα της εποχής. Τον πυροβόλησαν στο κεφάλι σχεδόν εξ επαφής και έστριψαν το μαχαίρι στα σωθικά του. Τα τσιράκια των κοτσαμπάσηδων της Πελοποννήσου και των εφοπλιστών της Ύδρας έκαναν καλά τη δουλειά τους, υπό την υψηλή επιστασία του Άγγλου και του Γάλλου πρέσβη.

 
 

Να τι λέει ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του:

«Έτσι, ως προείπα, επήγαν εις την πόρταν της εκκλησίας την Κυριακήν, την αυγήν, εχαιρέτησαν τον Κυβερνήτην, ο Κυβερνήτης είχε μόνον δύο, ένα κουλοχέρη και ένα άλλον. Εμβαίνοντας εις την πόρταν, ο Κωνσταντίνος του έριξε μια πιστόλα εις το κεφάλι, ο Γεωργάκης μια μαχαιριά εις την κοιλιά και έμεινε ο Κυβερνήτης νεκρός, ξαπλωμένος εις την πόρταν. Αφού έκαμαν αυτά, έτρεξαν να φύγουν, ο Κωνσταντίνος ελαβώθηκε θανατηφόρα από τον κουλοχέρη τον Κρητικό, ο δε Γεωργάκης κατέφυγεν εις του Βαλιάνου το σπίτι. Είδε ότι εκεί δεν εμπορεί να βασταχθή και επήγε εις του Ρουάν το σπίτι. Ο πολιτάρχης Παναγιώτης Κακλαμάνος δεν εταράχθηκε διόλου, διότι ήτον και αυτός μπασμένος εις την υπόθεσιν. Ο Ζεράρ οπού διοικούσε τα ελληνικά τακτικά στρατεύματα ευρέθηκε καβάλα με τον αγιουτάντε του εις τον Πλάτανον, οπού ήτον ο στρατώνας και έλεγε: «Τίποτε, τίποτε, μείνετε ήσυχοι». Ο Αλμέιδας που ήταν φρούραρχος με τον πιστόν το στράτευμα οπού ήτον ωρκωμένο, έκλεισε ταις πόρταις, εδιαμοιράσθηκαν εις όλαις ταις τάπιαις και εις άλλας θέσεις της πόλεως, έπιασαν και διάφοροι άλλοι πολίται τα άρματα, και έτσι εφυλάχθηκε οπού εκινδύνευε να χαρή το Ανάπλι».

Γράφει ο Θεόδωρος Δημ. Παναγόπουλος στο συγκλονιστικό βιβλίο του «Όλα στο Φως»:

«Ο Γάλλος πρεσβευτής Ρουάν, που γνώριζε πριν από πολύ καιρό, ότι εκείνη την Κυριακή θα δολοφονούσαν οι Μαυρομιχαλαίοι τον Καποδίστρια, αρνείται να παραδώσει τον δολοφόνο στις ελληνικές αρχές, ισχυριζόμενος, ότι μετά τον θάνατο του Κυβερνήτη, δεν υπάρχει νόμιμη ελληνική κυβέρνηση, αλλά ακόμα και ότι, ο καταδιωκόμενος ήταν αθώος, γιατί από τον έλεγχο της πιστόλας, που του παρέδωσε, φαινότανε καθαρά ότι δεν είχε πυροβολήσει εκείνο το πρωϊνό. Πολιτικά και διπλωματικά τερτίπια, θράσος και περισσή υποκρισία, από εκείνους που υπήρξαν ουσιαστικά οι ηθικοί αυτουργοί του εγκλήματος, για να κερδίσουν χρόνο και να σώσουν τη ζωή του δράστη. Την ίδια ώρα που δίνεται η θεατρική παράσταση στην γαλλική πρεσβεία, ένα γαλλικό πολεμικό καράβι είχε ρίξει άγκυρα μέσα στο λιμάνι του Ναυπλίου και μία βάρκα του περίμενε στην προκυμαία να παραλάβει τους φονιάδες και να τους οδηγήσει στο πλοίο… Χρέος μας όμως είναι να τα αποκαλύψουμε, για να αναδείξουμε, όχι μόνο την ύπαρξη συνωμοσίας για τη δολοφονία του Καποδίστρια, αλλά και να ξεσκεπάσουμε το ελληνικό και ευρωπαϊκό παρασκήνιο, που καθόρισε από τότε τη μοίρα της Ελλάδας».

 

ΓΙΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΤΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΛΑ

Σιγά να μην άφηναν τον Καποδίστρια να μοιράσει τα κτήματα στους Αγωνιστές της Επανάστασης και τους ακτήμονες.

«… η αντίληψις ότι τα ευρύτατα εθνικά κτήματα αντεπροσώπευον κεφάλαιον πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων, και ότι κατ’ ακολουθίαν αι Δυνάμεις θα διηκόλυνον την Ελλάδα «με το αζημίωτον», ήρε και τους τυχόν ταμιευτικούς δισταγμούς. Όθεν, ότε προσεφέρθη το στέμμα της Ελλάδος εις τον Όθωνα, η ανακοίνωσις των Δυνάμεων υπέσχετο δάνειον 60 εκατ. εγγυηθησόμενον υπό των τριών αυλών και εκδοθησόμενον κατά τμήματα εφ’ όσον επέβαλλον τούτο αι ανάγκαι της Ελλάδος… Οπωσδήποτε το δάνειον συνήφθη χωρίς να ερωτηθή η Ελλάς. Επέπρωτο να δαπανηθή κατά τον αυτόν τρόπον υπό των συμβληθέντων (Μεγάλων Δυνάμεων και Βαυαρών). Πράγματι αι δύο πρώται δόσεις του δανείου κατηναλώθησαν υπό της βαυαρικής αντιβασιλείας. Η δε τρίτη αφιερώθη υπό των Δυνάμεων εις πληρωμήν τοκοχρεολυσίων. Το χειρότερον δ’ είναι ότι και εκ των πρώτων δύο τρίτων ελάχιστα ωφελήθη η Ελλάς».

Όπως έγραψε, λοιπόν, ο καθηγητής Α. Μ. Ανδρεάδης η συνθήκη σύναψης του δανείου του 1832 περιείχε «εν σπέρματι τον θεσμόν του διεθνούς ελέγχου», διότι προέβλεπε ότι το ελληνικό κράτος ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει τόκους και χρεολύσια, από τα πρώτα έσοδα του δημόσιου ταμείου, πριν προβεί σε οποιαδήποτε άλλη δαπάνη ή καταβολή προς τρίτους. Όριζε μάλιστα, δίκην «θεσμών», τους διπλωματικούς αντιπροσώπους των τριών Αυλών ως υπεύθυνους για την εποπτεία αυτού του όρου της δανειακής σύμβασης.

Να πώς δαπανήθηκαν οι δύο πρώτες δόσεις του δανείου, το ύψος των οποίων ανέρχονταν σε 44.670.000 δραχμές. Το δάνειο εκδόθηκε από τον οίκο Ρότσιλντ.

 


Συμπερασματικά, η Ελλάς «ευρέθη τω 1843 πτωχοτέρα πως ή κατά την ημέραν καθ’ ήν ηναγκάσθη να καταφύγη εις δάνειον, εχρεώστει δε προς τούτοις και 66.842.126 δρ. και 46 λεπτά». Γιατί;

Διότι για το δάνειο των 60 εκατ. δρχ. του 1832 κατέβαλε, έως το 1843, περίπου 7 εκατομμύρια για μεσιτείες και «παραπλήσια», 15 εκατ. σε αποζημιώσεις, 33 εκατ. σε τόκους και χρεολύσια, 1,4 εκατ. για τα έξοδα της αντιβασιλείας και 19 εκατ. σε περιττές στρατιωτικές δαπάνες, που αφορούσαν στη μεγάλη τους πλειονότητα τον Βαυαρικό μισθοφορικό στρατό που είχε έρθει με τον Όθωνα στην Ελλάδα. Έτσι, το 1843 εκτός από το ποσό του δανείου χρωστούσε και άλλα 6,5 εκατομμύρια!



Ενθάδε κείται το Ελληνικόν Κράτος αποθανόν κατά τον τοκετόν