Translate

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Η "ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΜΝΗΜΗΣ" ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ ΘΕΟΤΟΚΗ

Με αφορμή την παρουσία του Θ/Κ ΑΒΕΡΩΦ στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης


Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com

 


Ένα από τα ερωτήματα - στο μεταίχμιο του 19ου με τον 20ο αιώνα - είναι με ποιόν τρόπο το Ελληνικό Βασίλειο κατάφερε να ξεπεράσει τις επιπτώσεις από τη χρεοκοπία του 1893, τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898. Οι προσπάθειες για την ανασυγκρότηση του στρατού και του στόλου έφθασαν σε ικανοποιητικό βαθμό κατά τη διάρκεια της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908), που συνέπεσε με την τελευταία θητεία του Γεωργίου Θεοτόκη.
Μετά το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαρίλαου Τρικούπη, όλες οι προβλέψεις της εποχής έκαναν λόγο για ελλειμματικούς προϋπολογισμούς έως και το 1903, αλλά ήδη από το 1899 έχουμε τον πρώτο πλεονασματικό προϋπολογισμό, με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα διαθέσιμα κονδύλια για το Στρατό και το Ναυτικό, έως και το τέλος της τελευταίας θητείας του Γεωργίου Θεοτόκη το 1909. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο προϋπολογισμός του 1900 είναι πλεονασματικός κατά 9,5 εκατομμύρια δραχμές, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε ο Dakin από επίσημες στατιστικές μελέτες, το «περίσσευμα» του 1900 ανέρχεται στα 10,2 εκατομμύρια χρυσές (σταθερές) δραχμές.

Η συμβολή των κυβερνήσεων του Γεωργίου Θεοτόκη στην ανασυγκρότηση του στρατού και του στόλου αποσιωπήθηκε στις μετέπειτα δεκαετίες από τη βενιζελική νομενκλατούρα, και ήδη από το 1909 έγινε προσπάθεια διαστρέβλωσης των πραγματικών οικονομικών στοιχείων των προϋπολογισμών της περιόδου 1899-1908. Να τι αναφέρεται χαρακτηριστικά στον ΙΔ΄ τόμο της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους».
«Στη συζήτηση που έγινε στη βουλή στις 16 Φεβρουαρίου 1909, μετά την αναγγελία της παραιτήσεως του Δ. Γούναρη από το αξίωμα του υπουργού Οικονομικών, ο ραλλικός βουλευτής Αγγελόπουλος έκανε μία, αξιοσημείωτη για τα στοιχεία που παραθέτει, προσπάθεια να αποδείξει ότι η “θεοτοκική δεκαετία”, όπως ο ίδιος χαρακτήρισε την περίοδο 1899-1908, κληροδότησε στα δημόσια οικονομικά της χώρας ένα αθροιστικό έλλειμμα 30.000.000 δραχμών, ενώ σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία των εκθέσεων των προϋπολογισμών είχε επισωρευθεί ένα αθροιστικό περίσσευμα 27.000.000 δραχμών. Για να στηρίξει τα συμπεράσματά του (σ.σ.: ο Αγγελόπουλος) προσθέτει κάθε φορά στο παθητικό τις έκτακτες πιστώσεις και τα δάνεια, που εγκρίθηκαν με ξεχωριστούς νόμους, όπως π.χ. το δάνειο της εθνικής άμυνας των 20.000.000 φράγκων – που το χαρακτηρίζει “τοκογλυφικόν” – και το “διαφυγόν κέρδος” από την υποτίμηση του νομίσματος».
Ο τρόπος υπολογισμού του Αγγελόπουλου χαρακτηρίστηκε αυθαίρετος γιατί δεν λάμβανε υπόψη «παρά μόνο τα προϋπολογιστικά στοιχεία και όχι τα απολογιστικά, που μόνα μπορούν να δώσουν μία πραγματική εικόνα των δημόσιων οικονομικών της περιόδου». Σύμφωνα με τις οικονομικές χρήσεις των κυβερνήσεων Θεοτόκη που δημοσίευσε ο Dakin, από το 1899 έως και το 1902 παρουσιάζεται ένα αθροιστικό περίσσευμα 56.000.000 δραχμών, ενώ στις 4 τελευταίες χρήσεις, 1906-1909, ένα αθροιστικό έλλειμμα 3.300.000 δραχμών, που οφείλεται όμως στη ραγδαία αύξηση των αμυντικών δαπανών, που έφθασε στο 47,5% του συνόλου!
Να τι επισημαίνουν οι συντάκτες της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους»:
«Η τόσο θεαματική αύξηση των αμυντικών κονδυλίων, που δεν παρακολουθείται από συνολική αύξηση του προϋπολογισμού, και μάλιστα συνδυάζεται χρονικά με τη μείωση των πραγματικών εσόδων, είναι ενδεικτική του πόσο θα πρέπει να συμπιέστηκαν τα περιθώρια της κυβερνήσεως Θεοτόκη, σε περίπτωση που θα επιθυμούσε να προβεί σε κοινωνικές παροχές ή ελάττωση των φόρων, όπως το επιθυμούσαν οι κατώτεροι εισοδηματικοί όμιλοι της κοινωνίας και το υποσχόταν η, δηλιγιαννικής νοοτροπίας, αντιπολίτευση».

Τον Δεκέμβριο του 1900 ιδρύεται το «Ταμείο Εθνικού Στόλου», το οποίο αντλεί κάθε χρόνο σχεδόν ένα εκατομμύριο δραχμές, και μάλιστα ενισχύεται δυναμικά από το κληροδότημα Γεωργίου Αβέρωφ με 2,5 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα αλλά και με προσόδους από δικαιώματα φάρων και φανών, συμμετοχή στο Λαχείο της Αρχαιολογικής Εταιρείας, συνεισφορές, δωρεές και κληροδοτήματα και άλλων ευεργετών. «Το Ταμείον του Στόλου κατέστη διάσημον δια της αγοράς του Αβέρωφ. Αύτη συνετελέσθη ως εξής: χάρις κυρίως εις κληροδότημα του Γεωργίου Αβέρωφ, επαυξηθέν δια τόκων και επιτοκίων, το ταμείον ήτο κάτοχον περιουσίας άνω των 10 εκ., εις ταύτα προστεθείσης κυβερνητικής επιχορήγησης 17 εκατ. ηγοράσθη το θρυλικόν θωρηκτόν». (Α.Μ. Ανδρεάδη, Εθνικά Δάνεια και Ελληνική Δημόσια Οικονομία).

Όμως, το «Ταμείο Εθνικού Στόλου» εξακολούθησε να προσφέρει και μετά την απόκτηση του θ/κ ΑΒΕΡΩΦ, το οποίο καθελκύστηκε στις 12 Μαρτίου 1910 και την 1η Σεπτεμβρίου 1911 κατέπλευσε επιβλητικό στο Φάληρο μέσα σε γενικό ενθουσιασμό. Η παραγγελία του ημιτελούς θωρακισμένου εύδρομου είχε γίνει από την κυβέρνηση του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, που ανέλαβε την εξουσία μετά το ξέσπασμα του «κινήματος» στο Γουδί τον Αύγουστο του 1909.
Σε έκθεση επί του προϋπολογισμού του 1912 ο Λάμπρος Κορομηλάς σημειώνει μεταξύ άλλων: «Αι συνήθεις πρόσοδοι του ταμείου του Εθνικού Στόλου ως και αι υπέρ αυτού σταθερώς αυξανόμεναι δωρεαί και τα κληροδοτήματα, αρκούσι βεβαίως προς ναυπήγησιν μικρών πλοίων, ως βραδύτερον θα αρκέσωσι δια την ανανέωσιν του ναυτικού ημών κεφαλαίου. Αλλά προς μείζονας δαπάνας, εντός βραχέος χρόνου καταβλητέας, έχει ανάγκην προσθέτου αρωγής και την αρωγήν ταύτην προσφέρει η Κυβέρνησις διαθέσασα εκ των του 1910 και 1911 πλεονασμάτων δρχ. 27.000.000 υπέρ αυτού, εξ ών το ήμισυ εγγράφεται εν τω του 1912 προϋπολογισμώ του».
Εκτός, όμως, από το Ταμείο Εθνικού Στόλου, το 1904 ιδρύθηκε και το Ταμείο Εθνικής Αμύνης με προίκα 5 εκατομμυρίων δρχ., και έκτακτη εισφορά 4.500.000 δρχ. κατ’ έτος για μία πενταετία. Επίσης, συστάθηκε το Θεσσαλικό Ταμείο, που απέβλεπε στην αποκατάσταση των προσφύγων από την ανατολική Ρωμυλία και στη μερική επίλυση του αγροτικού ζητήματος.  Εκτός των άλλων το Ταμείο σύναψε και τρία δάνεια, το 1907, το 1909 και το 1910 και επροικίσθη  και δι’ άλλων πόρων.
Έγραφε, το 1925, ο ειδικός επί των διεθνών οικονομικών ελέγχων καθηγητής Α.Μ. Ανδρεάδης:
«Ο ενθυμούμενος τας ατέρμονας συζητήσεις ας εγέννα εν τη Βουλή η πρότασις πάσης νέας δαπάνης, και ειδικώς την αδυναμίαν εις ην ευρέθη το εκλεγέν τω 1906 Κοινοβούλιον να ψηφίζη, μέχρι και του 1909, και τα σκοπιμώτερα των νομοθετημάτων, έχει λόγους να πιστεύση ότι αν επρόκειτο, δια κατ’ έτος ψηφιζομένων και συζητούμενων νόμων, να είχον θεσπισθή αι απαραίτηται μεγάλαι πιστώσεις, πολύ πιθανόν είναι  ότι ο πόλεμος θα εύρισκε τον ελληνικόν στρατόν άνευ στρατώνων, άνευ όπλων, άνευ εξαρτύσεως και άνευ ιματισμού. Όθεν και τα στρατιωτικά ταμεία, κρινόμενα από ελληνικής απόψεως, δέον να θεωρηθώσιν ως ευφυής και επιτυχής επίνοια, δι’ ήν επαίνων άξιος τυγχάνει ο Γ. Θεοτόκης».

Καταρρίπτονται, εν ολίγοις, τα περί «καμένης γης» που βρήκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος δήθεν, μόνον αυτός και μέσα σε 1,5 χρόνο, ανασυγκρότησε το στρατό και τον οδήγησε στις νίκες των βαλκανικών πολέμων. Ο καθηγητής Ανδρεάδης είναι κατηγορηματικός: «Κατά την ειρηνικήν περίοδον 1898-1909, το δημόσιον χρέος ηλαττώθη από 767.920.511 εις 757.988.011, καίτοι είχον εν τω μεταξύ εκδοθή τα δάνεια των δύο ταμείων (Αμύνης, Θεσσαλικού) και των δύο σιδηροδρόμων (Μελιγαλά, Λαρίσης). Εκ τούτου προκύπτει ότι, χάρις εις καλήν οργάνωσιν της αποσβέσεως, κατωρθούτο να καλύπτωμεν δια δανείων όλας τας παραγωγικάς μας εκτάκτους δαπάνας, έτι δε και τας του ανεφοδιασμού του στρατού, χωρίς ν’ αυξάνη το κεφάλαιον του δημοσίου χρέους».
Η σταδιακή ανασυγκρότηση του στρατού και της χώρας, από τις κυβερνήσεις του Γεωργίου Θεοτόκη, από το 1899 έως και το 1909, προκύπτει και  από τις περιγραφές στρατιωτικών της εποχής.
Να πως περιγράφει την κατάσταση του στρατού ο Αθανάσιος Σουλιώτης – Νικολαϊδης:
«Ελεεινή ήταν η κατάσταση του στρατού, όταν τον Αύγουστο του 1900 εβγήκα από το Σχολείο των Ευελπίδων ανθυπολοχαγός του Πεζικού. Από τις δεκαοχτώ χιλιάδες στρατευόμενους, τρεις χιλιάδες κατατάσσονταν στη χωροφυλακή και πέντε αποσπώνταν στην τελωνοφυλακή, τη δασοφυλακή και διάφορες υπηρεσίες και γραφεία. Οι δέκα χιλιάδες που απόμεναν μοιράζονταν σε είκοσι φρουρές, φρουρές που πολλές κύριο σκοπό είχαν την οικονομική ενίσχυση επαρχιακών πόλεων, κατά τις κομματικές υποχρεώσεις των κυβερνήσεων. Οπλισμός, υλικό πολέμου, όσα είχαν απομείνει μετά τον πόλεμο του ’97, παλιά, φθαρμένα, άχρηστα για πόλεμο. Οι αξιωματικοί περίσσευαν, προβιβάζονταν αργότατα. Υπήρχαν ανθυπολοχαγοί που έμεναν στον ίδιο βαθμό δεκατρία χρόνια. Πολλοί επολιτεύονταν, κομματίζονταν, έβγαιναν βουλευτές. Πολλοί, του πεζικού μάλιστα, υπηρετούσαν στην στρατιωτική τότε αστυνομία… Οι υπολοχαγοί και οι ανθυπολοχαγοί πηγαίνανε τακτικά  φρουρά στις διάφορες φυλακές της Αθήνας και συχνά επί κεφαλής αποσπάσματος στις ατελείωτες εκλογές, διαδηλώσεις, οχλαγωγίες της εποχής εκείνης. Στην αρχή οι υπηρεσίες αυτές μας ηλέκτριζαν κάπως. Είχαν κάποιο πραγματικό σκοπό, ενώ στο Σύνταγμα τις περισσότερες ώρες είχε κανείς το συναίσθημα πώς κοπανίζει αέρα. Αλλ’ ήταν τόσο ξένες (οι υπηρεσίες) προς το ό,τι επί πέντε χρόνια είχε προσπαθήσει να μας μορφώση το στρατιωτικό Σχολείο, που γρήγορα καταντούσαν αηδιαστική αγγαρεία… Οι περισσότεροι πολιτικοί αρχηγοί έβλεπαν την ανάγκη να διορθωθή η κατάσταση του στρατού. Ο Θεοτόκης μάλιστα με τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο το προσπαθούσαν πραγματικά. Αλλά οι προσπάθειές τους άργησαν να τελεσφορήσουν. Ένας κυνικώτατος κομματισμός ξεχαρβάλωνε και ξεθέωνε το κράτος και αρρωστούσε τον λαό, τον απογοητευμένο από την άσκημη ήττα του ’97. Υπήρχαν και πολιτικοί που επίστευαν πως ο στρατός ήταν κάτι το περιττό για την Ελλάδα».
Αλλά ας δούμε την κατάσταση του στρατού την εποχή της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα, όπως την περιγράφει στα απομνημονεύματά του ο αντιστράτηγος Παναγιώτης Πέτρου Δεμέστιχας:
«Στο σύνταγμα υπηρετούσαν τότε πλείστοι νέοι τελειόφοιτοι Γυμνασίου, με βαθμούς υπαξιωματικού με σκοπό να γίνουν αξιωματικοί, εισερχόμενοι στην τότε Σχολήν Υπαξιωματικών, η οποία λειτουργούσε σαν παραγωγικό σχολείον παράλληλα με τη Σχολή Ευελπίδων στα ίδια κτίρια. Μόνο οι Ευέλπιδες προήρχοντο από ιδιώτες, οι οποίοι, συνήθως ήσαν γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών και είχαν χρήματα για να πληρώσουν τα δίδακτρα, ενώ για τους εξ υπαξιωματικών προερχόμενους δεν απαιτείτο ούτε η καταγωγή ούτε χρήματα για τη φοίτηση. Τότε ο Στρατός ήταν περιορισμένος, δηλαδή απετελείτο από τρείς Μεραρχίες. Έτσι με την προαγωγή αξιωματικών δια της Σχολής Ευελπίδων και την προώθηση εκ του Στρατεύματος δια του βαθμού του ανθυπασπιστού (των καλουμένων ευεργετικών) αξιωματικών, περιόριζε τον αριθμό των εισακτέων στο Σχολείον Υπαξιωματικών. Κατά τα έτη εκείνα εισήγοντο 8-10 υπαξιωματικοί επί συνόλου 300-400 διαγωνιζομένων. Υπήρχε, επομένως, μεγάλος συναγωνισμός και ο αγώνας ήταν δυσχερέστατος για να εισαχθή κάποιος στη Σχολή. Γι αυτό το λόγο πολλοί παλαιότεροι υπαξιωματικοί, που κατετάγησαν με το όνειρο της εισόδου στη Σχολή και αφού απέτυχαν, πολλές φορές απεγοητεύοντο, δημιουργούσαν κακές συναναστροφές και έπαιρναν τον κακό δρόμο».




Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑΣ: ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ

Η ιστορία και το αρχείο της οικογένειας του ήρωα της Επανάστασης του 1821


Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com

 

Οι συντελεστές της επανέκδοσης του βιβλίου, και της εκδήλωσης, και οι δύο ομιλητές φωτογραφίζονται με έκδηλη τη χαρά στα πρόσωπά τους. 
Ιστορικές στιγμές έζησε το Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2017 η γενέτειρα του ήρωα της Επανάστασης του 1821 Εμμανουήλ Παπά. Στο ανακαινισμένο κτίριο του Σχολαρχείου, έγινε η παρουσίαση της επανέκδοσης του βιβλίου του αείμνηστου καθηγητή Απόστολου Βακαλόπουλου «Εμμανουήλ Παπάς, Αρχηγός και Υπερασπιστής της Μακεδονίας – Η Ιστορία και το Αρχείο της Οικογένειάς του», το οποίο είχε εκδοθεί το 1981 από το Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (Ι.Μ.Χ.Α.), αλλά είχε εξαντληθεί μέσα σε λίγα χρόνια. Στην κατάμεστη αίθουσα των «Εκπαιδευτηρίων της Ελληνο-ορθοδόξου Κοινότητος Δοβίστης», η κατασκευή των οποίων αποφασίστηκε το 1883 και ολοκληρώθηκε μετά από τρία χρόνια, οι παρευρισκόμενοι είχαν την ευκαιρία να βιώσουν μοναδικές στιγμές σε μία άρτια συνδιοργάνωση από την Εταιρεία Μελέτης και Έρευνας της Ιστορίας των Σερρών (Ε.Μ.Ε.Ι.Σ.), τον δήμο Εμμανουήλ Παπά, την Τοπική Κοινότητα και τον Πολιτιστικό Σύλλογο του χωριού.
Ομιλητές της εκδήλωσης ήταν ο επίκουρος καθηγητής Βαλκανικής Ιστορίας και Μέσων Ενημέρωσης στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Βλάσης Βλασίδης, και ο υποφαινόμενος που τυγχάνει και πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Εμμανουήλ Παπάς Θεσσαλονίκης.  
Το Σχολαρχείο της γενέτειρας του Ήρωα ανακαινίστηκε μέσα στο 2017 με χρηματοδότηση που εξασφάλισε ο πρόεδρος της ΠΕΔ Κεντρικής Μακεδονίας  και δήμαρχος Αμπελοκήπων - Μενεμένης Λάζαρος Κυρίζογλου. Στην κάτω φωτογραφία, η είσοδος της οικίας του Εμμανουήλ Παπά.


Διαβάζουμε από το δελτίο Τύπου της Ε.Μ.Ε.Ι.Σ.: «Οι ομιλητές παρουσίασαν το εξαιρετικό  σύγγραμμα που ανατυπώθηκε και ήδη διανέμεται στις βιβλιοθήκες των σχολείων όλων των βαθμίδων, των πανεπιστημίων και των επιστημονικών ιδρυμάτων, και κατόρθωσαν να αναδείξουν το έργο και την προσωπικότητα του Ήρωα Εμμανουήλ Παπά καθώς και την προσφορά και τις θυσίες της οικογένειάς του και κυρίως των υιών του Αρχιστρατήγου, προσφορά που παραμένει δυστυχώς ακόμη στο σκοτάδι της ιστορικής καταγραφής. Επίσης έδωσαν έναυσμα για διεξοδικότερη μελέτη σχετικά με τον Εμμανουήλ Παπά μέσα από ιστορικά αρχεία άλλων χωρών που πλέον είναι στη διάθεση ιστορικών και ερευνητών».
Την εκδήλωση χαιρέτισαν ο δήμαρχος του δήμου Εμμανουήλ Παπά Δημήτριος Νότας, ο πρόεδρος της τοπικής κοινότητας  Εμμανουήλ Παπά Γεώργιος Πάνου,  και ο πρόεδρος της Ε.Μ.Ε.Ι.Σ Δημήτριος Δημούδης. Την εκδήλωση  παρουσίασε η δημοσιογράφος Μαρία Νάβαλη.
Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν ο εκπρόσωπος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Σερρών κ. Θεολόγου, οι βουλευτές Σερρών Αφροδίτη Σταμπουλή και Μιχάλης Τζελέπης, ο αντιπεριφερειάρχης Σερρών Ιωάννης Μωυσιάδης, οι  πρώην δήμαρχοι Εμμανουήλ Παπά Βασίλης Κετσετζής και  Νιγρίτας Δημήτρης Δάπης, η πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Εμμανουήλ Παπά Δήμητρα Πυρινή, ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Σερρών Θ. Αραμπατζής, οι αντιδήμαρχοι Εμμανουήλ Παπά Δεδούσης Θεοφάνης και  Στόικος Γιώργος, ο αντιδήμαρχος Σερρών Π. Γρηγοριάδης, ο επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης του δήμου Εμμανουήλ Παπά Β. Μπάλτσιος, εκπρόσωποι του ΑΠΘ, του ΤΕΙ Μακεδονίας (Σερρών), πρόεδροι πολιτιστικών συλλόγων και φορέων της πόλης και του νομού Σερρών  και πλήθος κόσμου. Αξίζει να τους τιμήσουμε όλους!

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ
Απόστολος Βακαλόπουλος
Ο Βακαλόπουλος εντόπισε, μελέτησε και δημοσίευσε το Αρχείο της οικογένειας του Εμμανουήλ Παπά στην πιο ώριμη περίοδο της επιστημονικής και επαγγελματικής του σταδιοδρομίας ως πανεπιστημιακός καθηγητής της ιστορίας του Νέου Ελληνισμού. Το 1974 είχε συμπληρώσει 35ετία και συνταξιοδοτήθηκε. Συνεπώς, ο αείμνηστος καθηγητής συγκέντρωσε και μελέτησε όλο αυτό το αρχειακό υλικό με τη σοφία που αποκόμισε από την τριβή του με την Ιστορία και τις πηγές της. Κατ’ ομολογία του ιδίου, υπήρξε θετικιστής. Δέχθηκε επιρροές από τη «Γερμανική Ιστορία» του καθηγητή του πανεπιστημίου του Βερολίνου Λέοπολντ φον Ράνκε (1797-1886), κύριο εκπρόσωπο της σχολής των λεγόμενων θετικιστών: «…Η ιστορία για μένα είναι θετική επιστήμη. Την είχα από νωρίς αυτή την άποψη, διαφωνώντας με όσους την ξεχώριζαν από τις θετικές επιστήμες».
Ο Απόστολος Βακαλόπουλος αναζήτησε με επιμονή επί σειρά ετών τα έγγραφα της οικογένειας Παπά. Γράφει:

«Δεν νομίζω πως υπάρχουν πιο συνταρακτικά τεκμήρια, που ν’ αποκαλύπτουν τους πόθους των Ελλήνων της Μακεδονίας για την απελευθέρωση και την αποκατάστασή τους, από τα διασκορπισμένα σε διάφορα αρχεία έγγραφα, εκδεδομένα και ανέκδοτα, δηλωτικά των αγώνων του «Αρχηγού και Υπερασπιστού της Μακεδονίας» Εμμ. Παπά από τη Δοβίστα των Σερρών, καθώς και των γιών του. Μέσα απ’ αυτά διαγράφονται αδρές και αρρενωπές οι μορφές των μελών μίας ευτυχισμένης οικογένειας, η οποία, ενώ μπορούσε να ζήσει ήσυχα και ευδαιμονικά, τα θυσίασε όλα, άνεση και πλούτη, για την πατρίδα και έγινε ολοκαύτωμα στον βωμό της ελευθερίας.
Κατά τη διάρκεια των μακροχρόνιων ερευνών μου στον τομέα της ιστορίας της Μακεδονίας αναζήτησα με επιμονή τα έγγραφα της οικογένειας του Εμμ. Παπά, τα οποία άλλωστε θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω, αν ήθελα να εξιστορήσω με συμπληρωματικά θετικά στοιχεία τα δύσκολα χρόνιά της κατά την εποχή του εθνικού ξεσηκωμού».
Ο κύριος όγκος των εγγράφων του αρχείου της οικογένειας Εμμανουήλ Παπά προέρχεται από δύο κυρίως πηγές: Την ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία και το Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Τα έγγραφα της δεύτερης πηγής είναι κυρίως τα στοιχεία που συγκέντρωνε επί μακρόν χρονικό διάστημα ο τελευταίος γιός του Εμμανουήλ Παπά, ο Κωνσταντίνος, στην προσπάθεια του να δικαιωθεί ο αγώνας της οικογένειάς του και τα οποία έγγραφα κατέθετε στις αρμόδιες στρατιωτικές επιτροπές. Τα δύο αυτά αρχεία εντόπισε και μελέτησε με διαύγεια και επιστημονική τεκμηρίωση ο αείμνηστος ιστορικός μας.

Ο δήμαρχος Εμμανουήλ Παπά Δημήτρης Νότας, ο Βασίλης Κάρτσιος, η γενική γραμματέας της Ε.Μ.Ε.Ι.Σ. Ελισάβετ Μωυσιάδου, ο Βλάσης Βλασίδης και ο πρόεδρος της Εταιρείας Δημήτριος Δημούδης.

Ο Βασίλης Κάρτσιος περιχαρής με αντίτυπο της πρόσφατης επανέκδοσης του βιβλίου.
Το αρχείο του Εμμανουήλ Παπά παρέδωσε στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία ο Ιωάννης Μ. Θεοδωρίδης, σε χρόνο που πιθανολογείται μεταξύ του 1890 και του 1910. Η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος ιδρύθηκε το 1882. Ιδρυτικά μέλη της υπήρξαν επιφανείς εκπρόσωποι των επιστημών, των γραμμάτων και των τεχνών της εποχής, όπως ο λόγιος και δημοσιογράφος Τιμολέων Φιλήμων, o θεμελιωτής της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης, ο ιστορικός Σπυρίδων Λάμπρος, ο Αθηναιογράφος Δημήτριος Καμπούρογλου, ο δημοσιογράφος Μπάμπης 'Aννινος, ο ιστορικός και γεωγράφος Αντώνιος Μηλιαράκης, ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης κ.ά.
Η διαφύλαξη του αρχείου από τα παιδιά και τους απογόνους του Εμμανουήλ Παπά, καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μετά το 1821, αποτελεί ένα πραγματικό άθλο και θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Ο Βακαλόπουλος εκτιμά ότι, κατά πάσα πιθανότητα, ο Ιωάννης Μ. Θεοδωρίδης είχε συγγενικούς ή στενούς φιλικούς δεσμούς με τον εγγονό του Εμμανουήλ Παπά, Κωνσταντίνο Ιωάννη Καπέτη, γιό της κόρης του Ελένης, και υποπρόξενο για κάποιο διάστημα της Μεγάλης Βρετανίας στις Σέρρες.
Ο κεντρικός δρόμος πριν την πλατεία του χωριού.
Δισέγγονος της κόρης του Εμμανουήλ Παπά Ελένης Καπέτη - Παπά επισκέφθηκε το χωριό, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, και φωτογραφήθηκε με απογόνους των αδελφών του Εμμανουήλ και παράγοντες του χωριού. Διακρίνονται αριστερά ο Μακεδονομάχος Μιχάλης Τσιάπος, ο οποίος ήταν στο αντάρτικο Σώμα του Καπετάν Δούκα, και δεξιά ο γιατρός Μίμης Πάνου, ο οποίος θεράπευσε γενιές και γενιές στη γενέτειρα του ήρωα. Επίσης, διακρίνεται ο παπά Ευριπίδης. Μέχρι τη δεκαετία του 1960, το ένα τρίτο των κατοίκων του χωριού καταγόταν από την οικογένεια του παπά Δημήτρη Οικονόμου του Λεονταρή, του πατέρα του Εμμανουήλ.




Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1821. ΟΙ ΣΦΑΓΕΣ ΤΩΝ ΡΩΜΙΩΝ (3)

Θανατώσεις και των νηπίων

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com

 

[Βλέπε και προηγούμενες ομότιτλες αναρτήσεις (1) & (2)]

Η συγκλονιστική φωτογραφία του 1860 με το παραλιακό τείχος της Θεσσαλονίκης που αναρτήθηκε πρόσφατα στο διαδίκτυο. Όποιος αμφιβάλλει αν πρόκειται πράγματι για τη Θεσσαλονίκη, οφείλει να μας πει ποιά πόλη απεικονίζεται στη φωτογραφία.

Το «Οδοιπορικό» (Σεγιαχατναμέ) του Χαϊρουλλάχ εφέντη δημοσίευσε ο Αβραάμ Ν. Παπάζογλου, το 1940, στον πρώτο τόμο των «Μακεδονικών» της νεοσύστατης Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών (ΕΜΣ). Η 12σέλιδη δημοσίευση του Παπάζογλου, με τίτλο «Η Θεσσαλονίκη κατά τον Μάιο του 1821», ουδέποτε αμφισβητήθηκε, (εκτός κάποιας σχετικά πρόσφατης μεταχρονολογημένης περίπτωσης), και χρησιμοποιήθηκε επί 70 χρόνια ως βιβλιογραφική αναφορά από κορυφαίους ιστορικούς μας.
«Την ίδια χρονιά, στον παρθενικό τόμο των “Μακεδονικών” της ΕΜΣ, ο Κωνσταντινουπολίτης λόγιος Αβραάμ Παπάζογλου δημοσίευσε μια σπουδαία άμεση οθωμανική μαρτυρία, του ιεροδικαστή Χαϊρουλλάχ. Ο βίος του Παπάζογλου δυστυχώς υπήρξε βραχύς, αφού πέθανε το επόμενο έτος σε ηλικία μόλις 31 χρόνων. Στο μεταξύ είχε ξεκινήσει τη δράση του ένας άλλος επίμονος ερευνητής, ο Ιωάννης Βασδραβέλλης, ανώτερος δημόσιος υπάλληλος. Εξέδωσε – και εκείνος το 1940, πάλι από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – το έργο “Οι Μακεδόνες εις τους υπερ της ανεξαρτησίας αγώνας”, στηριγμένος εν πολλοίς στη βιβλιογραφία και εν μέρει σε οθωμανικά έγγραφα του ιεροδικείου της Βέροιας, τα οποία είχε εντοπίσει ο δημόσιος λειτουργός Νικόλαος Τότσιος και με φροντίδα του είχε μεταφράσει ο Σωκράτης Αναγνωστίδης. Ο μακαριστός Βασδραβέλλης – επί πολλά έτη γενικός γραμματέας της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών – είχε αντιληφθεί την τεράστια σημασία των οθωμανικών πηγών. Και όσο κι αν φαίνεται περίεργο, η κατοχική τριετία 1941-1944 αποτέλεσε τη χρυσή περίοδο της μετάφρασής τους. Διαπρεπείς γνώστες της οθωμανικής νομοθεσίας (όπως ο Δημήτριος Δίγκας και ο Κωνσταντίνος Τσώπρος) και τουρκομαθείς (Λάζαρος Μαμζορίδης, Θεόδωρος Συμεωνίδης και Χαρίτων Εμμανουηλίδης) μετέφρασαν μέσα στην Κατοχή εκατοντάδες οθωμανικά έγγραφα, χάρη στην πρωτοβουλία και την επιμονή του Βασδραβέλλη».1

ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ
Σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 337 κατάστιχο του Ιεροδικείου Θεσσαλονίκης, που περιέχει την απογραφή των Ελλήνων κατοίκων της πόλης, με χρονολογία που αντιστοιχεί με την 3η Ιανουαρίου 1835, ο συνολικός αριθμός του ελληνικού πληθυσμού εκείνη την περίοδο δεν ξεπερνούσε τις εφτά χιλιάδες. Το κατάστιχο μελέτησε και δημοσίευσε, το 1997, ο επιφανής ιστορικός μας Βασίλης Δημητριάδης φέρνοντας στην επιφάνεια πλήθος ιστορικών στοιχείων για την ελληνική κοινότητα την πρώτη δεκαετία μετά τον Αγώνα για την Εθνική Παλιγγενεσία.
«Ταυτόχρονα όμως το κατάστιχο αποκαλύπτει μια πτυχή της ζωής της Θεσσαλονίκης που δεν πρέπει να μας διαφύγει: το ελληνικό στοιχείο της βρίσκεται σε μεγάλη παρακμή. Με τις σφαγές, τους διωγμούς και τη φυγή των Ελλήνων κατοίκων της σε ασφαλέστερα μέρη που είχε προκαλέσει κατά τα προηγούμενα χρόνια ο Πόλεμος της Ελληνικής Ανεξαρτησίας του 1821, η ελληνική κοινότητα της πόλης έχει αποδεκατιστεί σε μεγάλο βαθμό. Κοντά σ’ αυτά, οι δημεύσεις των περιουσιών των πιο πλούσιων κατοίκων της στερούν από τους Έλληνες της πόλης τη δυναμικότητα που αναπτύσσουν σε άλλες εποχές. Μπορούμε να πούμε ότι το ελληνικό στοιχείο της πόλης δεν είχε ποτέ άλλοτε φθάσει σε τόσο χαμηλό επίπεδο κατά το διάστημα της μακραίωνης τουρκικής κατοχής. Ο μαρασμός του ελληνικού, βέβαια, επηρεάζει και τις άλλες κοινότητες της πόλης, την εβραϊκή και την τουρκική, που κι αυτές βρίσκονται σε κατάσταση παρακμής. Η Θεσσαλονίκη διέρχεται μιαν από τις πιο δύσκολες εποχές της ιστορίας της».2
Όπως γράφει ο κ. Δημητριάδης, η καταγραφή των κατοίκων έγινε κατά συνοικίες, τις οποίες αξίζει τον κόπο να αναφέρουμε για να έχουμε μία εικόνα της κατανομής του ελληνικού στοιχείου στον ιστό της πόλης την περίοδο της Επανάστασης του 1821: Αγίου Αθανασίου, Μονής Μεγάλης Παναγίας [Νέα Παναγία], Αγίου Κωνσταντίνου, Αγίου Υπατίου [Παναγίας Δεξιάς], Αγίου Νικολάου, Αλμυρής Βρύσης [Υπαπαντής Παναγούδας], Μητροπολίτη [Μητροπόλεως], Καμένου Μοναστηριού [Αγίου Μηνά], Μονής Κοριτσιών [Αγίας Θεοδώρας], Μονής Λαγού [Λαοδηγήτριας], και Μονή Τσαούση [Μονή Βλατάδων]. Δηλαδή, οι Έλληνες κατοικούσαν στις κεντρικότερες συνοικίες της εντός των τειχών πόλης, καθώς δεν είχε αρχίσει ακόμη η επέκταση του αστικού ιστού έξω από τα τείχη.
Οι σφαγές, οι διωγμοί, και οι δημεύσεις των περιουσιών αποδεκάτισαν την ελληνική κοινότητα της Θεσσαλονίκης. Η εξέλιξη των πληθυσμιακών στοιχείων της κοινότητας το 1835, συνάδουν με τα στοιχεία και τις εκτιμήσεις για τον συνολικό αριθμό των Ελλήνων μία δεκαετία πριν.
«Στα κενά που δημιουργούνται εισρέουν είτε μουσουλμάνοι… είτε Σλάβοι χωρικοί, είτε και Εβραίοι, όπως πρέπει να έγινε στα εμπορικά κέντρα, κυρίως στη Θεσσαλονίκη. Σημαντικό από την άποψη αυτή είναι φιρμάνι της 23ης Απριλίου 1825, με το οποίο ο σουλτάνος – ύστερα από παράκληση των Ελλήνων της Θεσσαλονίκης – δέχεται “όπως οι επιβληθησόμενοι φόροι κατανεμηθούν εξ ίσου και αναλόγως των κτημάτων και γαιών και συμφώνως με την οικονομικήν κατάστασιν και αντοχήν ενός εκάστου εξ αυτών (των κατόχων)”, και να μην ισχύση η παλαιά φορολογική διάταξη, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες “ένεκα του μεγαλυτέρου προ της επαναστάσεως αριθμού αυτών, ως και της ευημερίας των” επλήρωναν τα 2/3 των φόρων, ενώ οι Εβραίοι το 1/3. Τώρα όμως – δηλαδή τέσσερα χρόνια ύστερα από την επανάσταση – “οι Εβραίοι είναι καταφανώς τετράκις και πεντάκις περισσότεροι από τους Έλληνας ραγιάδες, ασχολούμενοι δε και επιδιδόμενοι εις ποικίλα εμπόρια και όντες πλούσιοι και ευκατάστατοι, δύνανται προφανώς να καταβάλλουν τους φόρους”, σύμφωνα με την οικονομική κατάσταση των ατόμων3. Από το έγγραφο αυτό φαίνεται πολύ καθαρά η σημαντική μείωση του πληθυσμού των Ελλήνων και αυτής ακόμη της Θεσσαλονίκης κατά τα πρώτα χρόνια των αγώνων της ανεξαρτησίας. Αν λάβουμε υπ’ όψη τους αριθμούς των κατοίκων της Θεσσαλονίκης που δίνει ο Beaujour (16.000 Έλληνες και 12.000 Εβραίοι) στις αρχές του 19ου αι. και τις πληροφορίες του παραπάνω τουρκικού εγγράφου, ότι οι Εβραίοι στα 1825 ήταν τουλάχιστο «τετράκις» περισσότεροι από τους Έλληνες, θα πρέπη ο αριθμός των Ελλήνων να είχε κατεβή στις 3-4 χιλιάδες».4
 Η αφελής εκτίμηση ότι δεν έγιναν σφαγές στη Θεσσαλονίκη το 1821, με επίκληση ξένων προξενικών αναφορών, απλώς δεν αντέχει στην κριτική και χωρίς να ληφθεί υπόψη η στάση των χωρών αυτών (π.χ. Βρετανία) απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση, τον Μάιο ή τον Ιούνιο του 1821.
«Ένας λόγος της πληθυσμιακής ελάττωσης είναι η μεγάλη βρεφική θνησιμότητα των ετών 1821-1823, η οποία διαπιστώνεται από το κατάστιχο του 1835, όπου καταγράφονται όλοι οι άρρενες ραγιάδες, από τα νεογέννητα μέχρι τους υπερήλικες. Εκεί απαντούν ελάχιστα βρέφη γεννημένα κατά την ανωτέρω περίοδο και αυτό – ειδικώς για το 1821 – σημαίνει σφαγές». Αλλά βέβαια δεν μπορούσε να ήταν αυτός ο λόγος που ο σουλτάνος παραδέχθηκε “ελάττωση του αριθμού των ραγιάδων”. Ούτε και η ελάττωση ήταν οριακή, διότι τότε δεν θα επέφερε σοβαρή ανακατανομή του φορολογικού βάρους. Πόση ήταν λοιπόν η πληθυσμιακή ελάττωση; Ο μοναδικός τρόπος να την υπολογίσουμε είναι να προβάλουμε τον πληθυσμό των 5.500 ψυχών του 1792 σε τεσσαρακονταετές χρονικό διάστημα και να αφαιρέσουμε τον πληθυσμό του 1835. Με ετήσιο ρυθμό αύξησης 1% οι χριστιανοί θα έπρεπε να ήταν περίπου 9.000. Με ετήσιο ρυθμό αύξησης 2% θα έπρεπε να ήταν περίπου 13.000. Ο “ελλείπων” πληθυσμός ήταν μεταξύ 3.500 και 7.500 ψυχών. Δηλαδή απώλειες μεταξύ 40 και 60%».5
Τα στοιχεία είναι συντριπτικά. Την πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα, στη Θεσσαλονίκη υπήρχε μία εύρωστη ελληνική πληθυσμιακή ομάδα, η δεύτερη σε αριθμό μετά τους μουσουλμάνους, η οποία ζούσε στα κεντρικότερα σημεία της πόλης και κατείχε μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας. Τον ελληνικό αυτό πληθυσμό οι γενίτσαροι βαζιβουζούκοι (άτακτα ρεμάλια) τον έσφαξαν, τον εξανδραπόδισαν και τον πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα και στα χαρέμια των Οθωμανών.
Σε έγγραφο του ελληνικού προξενείου Θεσσαλονίκης προς το υπουργείο Εξωτερικών, με ημερομηνία 3/15 Φεβρουαρίου 1838, καταγράφονται οι αγωνιώδεις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να εντοπίσει τους Έλληνες και τις Ελληνίδες που βρίσκονται ακόμη σε αιχμαλωσία. Δεκαοχτώ χρόνια μετά το μακελειό στη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη και τη Νάουσα, ο πρώτος γενικός πρόξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη Θεόδωρος Βαλλιάνος προσπαθούσε να εντοπίσει τους …δούλους!
«… Δεν εξάγεται τι θετικόν ως προς τον ως έγγιστα αριθμόν των εισέτι υπό αιχμαλωσίαν στεναζόντων Ελλήνων, διότι οι αιχμάλωτοι ούτοι αι μεν γυναίκες είναι υπό αυστηράν φύλαξιν εις τους γυναικονύτας (χαρέμια) των Οθωμανών, όπου είναι αδύνατον να εισέλθη τις ή πληροφορηθή οποσούν την αλήθειαν, τους δε άνδρας είναι δύσκολον να γνωρίση τις ως αναδεχθέντας τον ισλαμισμόν, και εκ τούτου είναι αδύνατον ουδέ να υποθέση τις την αναλογίαν μεταξύ των ανδρών και γυναικών. …Ό,τι επορίσθην εντεύθεν εκ των επιτοπίων ερευνών και εξετάσεών μου και δύναμαι μετά τινός βεβαιότητος να φέρω εις γνώσιν της Γραμματείας ταύτης, είναι, ότι δεν υπάρχει οικία εκ των οπωσούν ευκατάστατων Οθωμανών εις τας πλειοτέρας πόλεις της Μακεδονίας και Θεσσαλίας ως ενταύθα, Σέρρας, Ντούμπνιτζα, Δράμα, Βέρροια και Νιάουστα, Βιτόλια, Λάρισσα και λοιπάς, όπου να μην ευρέσηται εις ή μια και πλειότεραι αιχμάλωτοι».6

ΠΕΣΤΑ ΧΑΪΡΟΥΛΛΑΧ ΕΦΕΝΤΗ!
«Θα μάθαινα πολλά εκεί μέσα, όμως πρόκαμε η τίμια διαταγή Σου να γυρίσω στην Πόλη – κι’ απ’ αυτήν κατάλαβα, ότι το τιμημένο “ντιβάνι” Σου δεν γνώριζε τη φυλάκισή μου – κι’ αφέθηκα ελεύθερος. Όμως, Θεέ μου!... Ο Γιουσούφ δεν ήταν πιά ο παλιός βάναυσος Γιουσούφ απέναντί μου. Μου μιλούσεν ήρεμα, γλυκά και ήταν σαν να με παρακαλούσε να τον συγχωρέσω, για το κακό που μούχε κάμει. Όμως, πριν απ’ όλα, εγώ ήθελα να φύγω μιάν ώραν αρχήτερα από την κόλαση αυτή. Φανέρωσα την επιθυμία μου τούτη στον μουτεσελήμ εφέντη, και τότε πηροφορήθηκα, ότι το καθήκον μού επέβαλε να μείνω λίγο ακόμα εκεί. Οι άπιστοι ήσαν έτοιμοι να ξεσηκωθούν. Στα γύρω χωριά μάλιστα είχαν αρχίσει να χτυπιούνται με τα ασκέρια μας. Κι’ ο Γιουσούφ Βέης σκέφτονταν, για αντίποινα, να σφάξει όλους τους άπιστους, πούταν μαζευμένοι στο Κονάκι. Προσπάθησα να τον πείσω, πώς κάτι τέτοιο θα εξαγρίωνε περισσότερο τους ρωμιούς. Δε μ’ άκουσεν όμως, και το ίδιο βράδυ οι μισοί από τους ομήρους σφάχτηκαν μπρος στα μάτια του βάναυσου μουτεσελήμη. Εγώ κλείσθηκα στον “οντά” (δωμάτιό) μου και προσευχήθηκα για την σωτηρία της ψυχής τους.
Κι’ από την νύχτα εκείνην άρχισε το κακό. Η Θεσσαλονίκη, η ωραία τούτη πόλη, που στολίζει σαν σμαράγδι το τιμημένο στέμμα Σου, μεταβλήθηκε σ’ ένα απέραντο “σφαγείο”. Ο μουτεσελήμ Γιουσούφ Βέης, θέλοντας να εκδικηθεί τους ξεσηκωμένους ρωμιούς, διέταξε τους χαφιέδες του να γυρνούν στους δρόμους της πόλης και να σκοτώνουν αλύπητα κάθε άπιστο που θα συναντούσαν. Έτσι κι’ έγινε. Κάθε μέρα και κάθε νύχτα δεν ακούς τίποτ’ άλλο στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, παρά φωνές, κλάμματα, βογγυσμούς. Ο Γιουσούφ Βέης, ο γενητσάρ - αγάς, ο σούμπασης και οι χοτζάδες και οι ουλεμάδες, έχουν λυσσάξει θαρρείς. Δεν εκτελούσαν δικές Σου διαταγές ασφαλώς, γιατί τότε θα σέβονταν τα μικρά παιδιά και τις έγκυες γυναίκες. Τι δεν είδαν τα μάτια μου κραταιότατε πατισάχ!... Τι δεν αντίκρυσαν!... Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, την πρώτη μέρα του φεγγαριού του Μαϊου (18-19 Μαϊου 1821), ο μουτεσελήμ Γιουσούφ Βέης διέταξε να του φέρουν τον Μακάρ εφέντη και τους άλλους “αγιάνιδες” (πρόκριτους) των ρωμιών. Τους φέραν δεμένους και τότε ράγισεν η καρδιά μου, βλέποντας τον Μακάρ εφέντη, με τ’ άσπρα του γένεια και τα μακρυά μαλλιά του ακατάστατα, να παραδίδεται στα χέρια των “μπασή μποζούκ” και να κομματιάζεται στη μεγάλη πλατεία του Καπανιού. Ενός άλλου γέροντα σεβάσμιου, του παπά-Γιάννη, της εκκλησίας του Μηνά εφέντη, του κόψαν τα πόδια και τα χέρια. Κι’ έπειτα, κρατώντας τα κομμένα χέρια του, με τα δάχτυλά του βγάλαν τα μάτια του. Έναν τρίτο, που τον γνώριζα από το καφενείο, και πού οι άπιστοι τον λέγαν Χρίστο εφέντη (Χρήστος Μενεξές;) τον κρέμασαν στο μεγάλο “τσινάρ” (πλάτανο) του Ορτάτς εφέντη τζαμισή.
Μα δεν είναι μονάχα αυτά. Οι άπιστοι, φοβισμένοι και τρομαγμένοι, κρύφθηκαν στον μητροπολιτικό ναό (μετροπολίτ κλίσεσι) ελπίζοντας να σωθούν. Όμως οι δικοί μας, δεν δώσαν σημασία στην εκκλησία, σπάσαν τις πόρτες και μπήκαν μέσα. Όσους δεν σφάξανε εκεί, τους δέσανε δυό – δυό, και τους μετέφεραν στο Καπάνι, όπου τους σφάξανε και μάζεψαν τα κεφάλια τους για να τα δώσουν δώρο στον Γιουσούφ Βέη.
Λίγοι γλύτωσαν από τη σφαγή του μετεσελήμ εφέντη κι’ αυτοί, όσοι πρόκαμαν και κρύφθηκαν στον τεκέ των δερβίσηδων, γιατί μονάχα οι “μπαμπάδες” φέρθηκαν με λύπη και συμπάθεια στους άμοιρους “γκιαούρ”.
Αυτά και άλλα πολλά, που δεν μπορώ να περιγράψω, γιατί κι’ η θύμησή τους μονάχα με κάμει ν’ ανατριχιάζω, έγιναν στην πόλη της Θεσσαλονίκης, τον Μάιο του 1236 εγ. (1821).
Δεν κρατήθηκα πιά, κι’ έφυγα για να μπορέσω, μιάν ώρα αρχήτερα, να βρεθώ εδώ και να υποβάλω στον μεγαλειότατο και κραταιό πατισάχ μου τα σέβη μου. Ο Θεός ας φωτίζει τους ρωμιούς, που πληρώνουν σφάλματα των απίστων της Ρωσσίας, αφού είναι γνωστό, ότι αυτοί τους ξεσήκωσαν. Ας τους φωτίζει για καλό της πατρίδας μας, αφού το ξεσήκωμά τους τούς κόστισε πάνω από τριάντα χιλιάδες νεκρούς7, που δεν είναι λίγοι βέβαια. Και μαζί μ’ αυτούς, ας φωτίζει και τις δίκαιες και συνετές πράξεις Σου…».8


ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
[1] Χεκίμογλου Ευάγγελος Αχ., Το «Κοινόν της Πολιτείας» και οι Περιπέτειές του, Ο χριστιανικός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης πριν, κατά και μετά την Επανάσταση του 1821, Λόγος Πανηγυρικός επί τη εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου εκφωνηθείς εν τη αιθούση τελετών της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Δημοσιεύματα της ΕΜΣ, 2008.
[2] Δημητριάδης Βασίλης, Η Θεσσαλονίκη της Παρακμής, Η ελληνική κοινότητα της Θεσσαλονίκης κατά τη δεκαετία του 1830 με βάση ένα οθωμανικό κατάστιχο απογραφής του πληθυσμού, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1997.
[3] Βλ. Βασδραβέλλης Ι. Κ., Ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας, Α΄ Αρχείον Θεσσαλονίκης (1695-1912), Θεσσαλονίκη 1952.
[4] Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833, εκδόσεις Βάνιας 1988, σελ. 606-607.
[5] Χεκίμογλου Ευάγγελος, ό.π. σελ. 33, όπου υπάρχει και η εξής υπ’ αριθμ. 112 υποσημείωση: «Και αν υποθέσουμε ευλόγως ότι οι γεννήσεις μειώθηκαν εκούσια το 1822 και 1823, αυτό δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί για τις γεννήσεις του 1821. Το γεγονός ότι ελάχιστα παιδιά γεννημένα το έτος εκείνο απαντούν στον κώδικα του 1835, μόνον με μαζικές σφαγές μπορεί να ερμηνευτεί. Η φράση του Pouqueville ότι η “Θεσσαλονίκη ήταν θέατρο βασάνων και σφαγών”, έχει βέβαια γενική ισχύ, αλλά οι θανατώσεις νηπίων το 1821 πρέπει να έχουν υποτιμηθεί από την ιστοριογραφική έρευνα».
[6] ΙΑΥΕ 1838, Φ. 36/2, Περί των εισέτι υπό αιχμαλωσίαν στεναζόντων Ελλήνων, Προξενείον Ελλάδος εις Θεσσαλονίκην, 3/15 Φεβρουαρίου 1838. Έλληνες πρόξενοι στη Θεσσαλονίκη, Διπλωματικά έγγραφα (1830-1889), Υπουργείο Εξωτερικών, Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2013.
[7] istorikimnimi: Προφανώς, τον Σεπτέμβριο του 1821 ο αριθμός των νεκρών δεν αφορούσε μόνο την πόλη της Θεσσαλονίκης.

 [8] istorikimnimi: Σε όλα τα αποσπάσματα διατηρήσαμε την ορθογραφία και τη σύνταξη της δημοσίευσης. Συνεπώς, και οι επεξηγηματικές παρενθέσεις είναι του Παπάζογλου. Η istorikimnimi γνωρίζει την επιχειρηματολογία για τη γνησιότητα ή όχι του οθωμανικού εγγράφου. Συμφωνούμε με οποιαδήποτε προσπάθεια ιστορικής τεκμηρίωσης, αλλά διαφωνούμε με τις εικασίες για τις προθέσεις του Παπάζογλου. Είναι αντιεπιστημονικό να εκδίδουμε τελεσίδικη απόφαση – και απαγορευτικό αναφοράς της πηγής! - ερμηνεύοντας μάλιστα και τις προθέσεις του συγγραφέα, 75 χρόνια μετά το θάνατό του, με την ασφάλεια που μας δίνει το γεγονός ότι δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ απάντηση από τον ενδιαφερόμενο. Εν κατακλείδι, τι από αυτά που περιγράφει ο Χαϊρουλλάχ δεν συνέβησαν στη Θεσσαλονίκη μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης στη Χαλκιδική, στις 16 προς 17 Μαΐου του 1821;

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1821. ΟΙ ΣΦΑΓΕΣ ΤΩΝ ΡΩΜΙΩΝ (2)

Ο Χαϊρουλλάχ στα μπουντρούμια του Κανλή Κουλέ («Λευκός» Πύργος).

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com

 

[Βλέπε και προηγούμενη ομότιτλη ανάρτηση (1)


Στις 27 Φεβρουαρίου του 1821, ο αιμοσταγής Γιουσούφ Μπέης ρίχνει τον  διορισμένο μολλά (δικαστή πρώτου βαθμού) της Θεσσαλονίκης Χαϊρουλλάχ ίμπν Σινασή Μεχμέτ αγά στα υγρά υπόγεια του Κανλή Κουλέ (Αιματοβαμμένου Πύργου). Ο Χαϊρουλλάχ γλυτώνει από το φρικτό μαρτύριο του εγκλεισμού του στα μπουντρούμια του Κανλή Κουλέ, και την ίδια τη ζωή του, χάρις σε μία σουλτανική εντολή διορισμού του ως καδή της Κωνσταντινούπολης! Στο εξαιρετικό «Οδοιπορικό» του Χαϊρουλλάχ προς τον σουλτάνο Μαχμούτ τον Β΄, που βρήκε ο Αβρ. Ν. Παπάζογλου στα χειρόγραφα των ανακτόρων του Τοπ-Καπού στην Πόλη, ο τούρκος δικαστής διασώζει σημαντικές πληροφορίες για τις απάνθρωπες συνθήκες που βίωναν οι «άπιστοι» Ρωμιοί στο κολαστήριο, για το οποίο οι αφελείς νεοέλληνες υιοθέτησαν την ονομασία Torre Blanca των Ισπανοεβραίων και το Beyaz-Kule των μουσουλμάνων, δηλαδή Λευκός Πύργος! Στον διαβολικό αυτόν πύργο με τον οχυρωματικό περίβολο (οκταγωνικό προτείχισμα), και τα ανήλιαγα και υγρά υπόγεια, κατά μαρτυρία του Χαϊρουλλάχ, ήταν έγκλειστοι μόνον «άπιστοι» Ρωμιοί και μερικοί μουσουλμάνοι.

 «Την επίσκεψή μου αυτήν στον Μακάρ εφέντη πληροφορήθηκε από τους “χαφιέδες” του ο Γιουσούφ Βέης κι’ από τότε έγινεν εχθρός μου περιμένοντας ευκαιρία να μ’ εκδικηθεί. Κι’ αυτή δεν άργησε. Στα τέλη του Σουμπάτ1 του 1236 εγ. (Φεβρουάριος 1821), ενώ καθόμουν μπρός στο μεγάλο καφενείο, που είναι δίπλα στο Καζαντζιλάρ-τζαμισή (Παναγία Χαλκέων), είδα να φέρνουν έναν νεκρό άπιστο. Τον κρατούσαν τέσσερις άπιστοι κι’ από πίσω ακολουθούσαν άλλοι δέκα ή είκοσι, δεν θυμάμαι καλά, ρωμιοί. Ρώτησα κι’ έμαθα πώς ήταν κάποιος από τους προκρίτους ρωμιούς και λέγονταν Σπαντόν εφέντης (Σπανδούνης;). Σηκώθηκα τότε και είπα: “Ο Θεός ας τον συγχωρέσει!”. (Αλλάχ ραχμέτ εϊλεσίν!). Τόμαθεν αυτό από τους χαφιέδες του ο Γιουσούφ Βέης και με κάλεσε στο Κονάκι. Εκεί μου είπε – Ήμαρτον Θεέ μου! – ότι ήμουν “γκιαούρης” (άπιστος) κι’ ότι έπρεπε να μ’ αποκεφαλίσει. Σ’ ερώτησή μου, ποιο ήταν το σφάλμα μου, αποκρίθηκε πώς μονάχα οι άπιστοι λυπούνται τους άπιστους, κι’ ότι το Ιερό Κοράνιο απαγορεύει στους πιστούς του Ισλάμ να λέγουν “Αλλάχ ραχμέτ εϊλεσίν!” για τους άπιστους. Ζήτησα να μου δείξει σε ποιο σημείο του ιερού Βιβλίου μας είναι γραμμένο αυτό και γι’ απάντηση, διέταξε τον αρχιαστυνόμο και τον φίλτατο, αλλά δυστυχισμένο, αρχικλητήρα να με ρίξουν στα “μπουντρούμια” του Κανλή Κουλέ (Λευκού Πύργου). Έτσι κι’ έγινε. Στις 27 Σουμπάτ του 1236 εγ. (27 Φεβρουαρίου 1821) με σύρανε οι δυό προαναφερόμενοι και με κλείσαν στα υγρά υπόγεια του Λευκού Πύργου. Κι’ από τότε αρχίζει το μαρτύριό μου, μαρτύριο τέτοιο, που αν δεν πρόκαμνε ναρθεί η τίμια διαταγή Σου (μπουγιουρουλντί) του διορισμού μου ως καδή της Πόλης, ασφαλώς θα κατέληγε στον ατιμωτικό για έναν μουσουλμάνο θάνατο μέσα στη φυλακή2.
Ο Πύργος αυτός, που είναι ένα από τα αριστουργήματα του μακαρίτη “μιμάρ μπασή”3 Σινάν4, ήταν γιομάτος από ειδών – ειδών ανθρώπους και μάλιστα άπιστους. Η ζωή εκεί μέσα είναι φρικτή, κι’ αν δεν έχει κανείς συντροφιά του τη σκέψη του παντοδύναμου Αλλάχ, δύσκολα μπορεί να ζήσει. Είδα, κραταιότατε αυθέντη μου, φτωχά ανθρώπινα πλάσματα, που μέναν εκεί μέσα, τρεις και τέσσερις μήνες, ρωμιοί ως επί το πλείστον, γιατί συνάντησαν στον δρόμο τον Γιουσούφ Βέη και δεν τον χαιρέτησαν, όπως θάπρεπε, ή ακόμα, γιατί μαζεύονταν στην εκκλησία του Μηνά εφέντη (Αγίου Μηνά) και συζητούσαν για το πατριαρχείο και τον “πατρίκ εφέντη” (πατριάρχη). Πολλοί απ’ αυτούς ήσαν πιασμένοι από την υγρασία και την πείνα, γιατί, πρέπει να ξέρεις, γαληνότατε πατισάχ μου, ότι μόνο νερό δίδουν εδώ στους φυλακισμένους. Γνώρισα τον πρόκριτο των απίστων της Θεσσαλονίκης, τον Μαλάκη εφέντη, άνθρωπο θεοσεβούμενο και τίμιο, που τον φυλάκισαν, γιατί, λέγει, ήταν “μουτεβελής” (επίτροπος) της Μητρόπολης. Όμως το πιο τραγικό ήταν, που δυό μέρες ύστερα από μένα φέραν μισοπεθαμένο κάποιον μεγάλο άπιστο από το σώμα του Φαναριού, τον Παπάζ εφέντη5, γιατί ετοιμάζονταν να φύγει για τη χώρα των Βλάχων (Ρουμανία), να δώσει το μήνυμα του ξεσηκωμού ραγιάδων ενάντια στην εξουσία Σου. Ο αμαρτωλός αυτός είχεν έλθει στη Θεσσαλονίκη μερικές μέρες πριν, κι’ είχε μαζί του κι’ ένα γράμμα του πατριάρχη για τον Μακάρ εφέντη. Κι’ ίσα – ίσα τη στιγμή που πήγαινε στο μητροπολιτικό μέγαρο τον πιάσαν δυό “μπασή μποζούκ” (άτακτος στρατός ή πολίτες) και τον κουβάλησαν, χτυπώντας τον και δέρνοντάς τον στο Κονάκι. Εκεί, χωρίς κάν να τον αφήσουν να μιλήσει, του δώσαν εκατό “καμτσικιές” (μαστιγώσεις) και τον στείλαν στον “Κανλή Κουλέ”. Βέβαια, αν ήταν φταίχτης, δίκαια τιμωρήθηκε. Όμως, αν δεν ήταν; Δε θα δώσουμε όλοι, πιστοί κι’ άπιστοι λόγο των πράξεών μας στη μέλλουσα ζωή; Και ο Γιουσούφ Βέης δεν θα τιμωρηθεί άραγε στον άλλον κόσμο, για όσα φρικτά έκαμεν εδώ;… Ο Παπάζ εφέντης αυτός έμεινε μαζί μας τρεις μέρες και κατόπιν τον πήραν για να τον παραδώσουν στον γενιτσάρ-αγά να τον θανατώσει. Πριν φύγει, συγχώρα με γι’ αυτό αυθέντα μου, τον αγκάλιασα και τον φίλησα, γιατί στ’ αλήθεια ήταν τίμιος άνθρωπος, κι’ αν έφταιξε, ήταν απ’ την καλή του την καρδιά6.
Οι μέρες μου περνούσαν εκεί μέσα θλιβερές και πικραμένες με τη συντροφιά των άπιστων και μερικών άλλων άτυχων όπως εγώ, μουσουλμάνων. Οι άπιστοι μαζεύονταν γύρω μου και καταριόνταν τον Γιουσούφ Βέη, λέγοντας πώς το αίμα των ρωμιών της Θεσσαλονίκης θα τον έπνιγε σαν βρυκόλακας.
Ένα βράδυ φέραν και τον Νικολή εφέντη, τον επωνομαζόμενο Μπιγικλού. Αυτός μας είπε φριχτά πράγματα. Οι έλληνες του Μωριά, εδώ κι’ ένα μήνα, είχαν επαναστατήσει. Κι’ ο Γιουσούφ Βέης είχε πληροφορίες, ότι θα επαναστατούσαν και οι άπιστοι της Θεσσαλονίκης και των γύρω χωριών. Για να προλάβει κάθε ενδεχόμενο κακό, ζήτησε από τους ρωμιούς κι’ από τους καλογέρους του Άγιου Όρους (Αϊναρόζ) να του στείλουν ομήρους. Κι’ έτσι μέσα στο Κονάκι βρίσκονταν φυλακισμένοι πάνω από τετρακόσιοι χριστιανοί, που οι εκατό τους ήταν καλόγεροι. Όλοι αυτοί, όπως είναι δά φυσικό, κακοπερνούν στα χέρια του Γιουσούφ, τους μαστιγώνει, τους βρίζει, τους εξευτελίζει και τους θανατώνει ακόμα. Ο Θεός άς λυπηθεί και τους χριστιανούς, κι’ αυτόν!...».


ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
[1] Παπάζογλου: Ενώ προηγουμένως ο συγγραφέας μεταχειρίζεται τους σεληνιακούς μήνες, από δω κι’ έπειτα χρησιμοποιεί τις τουρκικές ονομασίες των μηνών.
[2] Ακολουθούν δύο τετράστιχα, τα οποία ο Παπάζογλου δεν παραθέτει.
[3] Παπάζογλου: Πρώτος αρχιτέκτονας της αυτοκρατορίας.
istorikimnimi: Ο Μιμάρ Σινάν γεννήθηκε στις 29 Μαΐου(!) 1489 και πέθανε το 1588 σε ηλικία 99 ετών! Υπήρξε ο επικεφαλής αρχιτέκτων 4 σουλτάνων με συνολικά 334 έργα, μεταξύ των οποίων μεγαλοπρεπή τεμένη, ανάκτορα, δημόσια λουτρά, μαυσωλεία, γέφυρες, νοσοκομεία, δημόσια κτίρια κλπ. Ο Σινάν επιχείρησε δύο φορές να ξεπεράσει σε μεγαλοπρέπεια την Αγιά Σοφία, με την κατασκευή του τεμένους του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς στην Κωνσταντινούπολη και του τεμένους Σελιμιγιέ στην Ανδριανούπολη. Πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι ήταν ελληνικής καταγωγής από τους Αγίους Αναργύρους της Καππαδοκίας ή από την Καισάρεια, κάτι που υιοθετεί και η Encyclopaedia Britannica. Δυστυχώς, αυτό το γένος των Μογγόλων, με τη μέθοδο του γενιτσαρισμού, του εξισλαμισμού και των χαρεμιών, κατάφερε, στο διάβα των αιώνων, να υφαρπάξει όλη την ικμάδα του γένους των Ρωμιών.
[4] Παπάζογλου: Δεν έχει δίκαιο ο Χαϊρουλλάχ εφέντης, γράφοντας, πώς ο Λευκός Πύργος είναι έργο του Σινάν. Στο ίδιο σφάλμα πέφτει κι’ ο σοφός Μπάμπιγκερ, ίσως γιατί γελάσθηκεν από την επιγραφή της εισόδου, που αναφέρει, ότι επί Σινάν Πασά, επιδιορθώθηκεν ο Πύργος. Εκτός του ότι ξέρουμε, ότι ο πύργος μας χτίσθηκε πολύ προγενέστερα, κι’ αυτός ο ίδιος ο Σινάν στο έργο του «Τεζκερέτ-ούλ-εμπνιέ», που είναι κατάλογος των όσων έχτισε, δεν τον αναφέρει.
istorikimnimi: Η επιχειρηματολογία για την περίοδο κατασκευής του Αιματοβαμμένου Πύργου έχει περάσει από σαράντα κύματα. Κατ’ αρχάς είχε θεωρηθεί ως κατασκευή επί ενετοκρατίας, αργότερα οι μελετητές κατάληξαν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για οχυρωματική προσθήκη των Οθωμανών μετά την κατάληψη της πόλης και τη σφαγή των κατοίκων της, στα 1430. Δεδομένου ότι το «Οδοιπορικό» του Χαϊρουλλάχ συντάχθηκε το 1821, καταρρίπτεται η εκδοχή ότι ονομάστηκε Κανλή Κουλέ μετά τη διάλυση του τάγματος των Γενιτσάρων το 1826 «λόγω της λειτουργίας του ως φυλακή μελλοθανάτων βαρυποινιτών και τόπο βασανιστηρίων, οι οποίοι συχνά εκτελούνταν από τους Γενιτσάρους γεμίζοντας με αίμα τους τοίχους». Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, παραμένει: Γιατί υιοθετήσαμε ως επίσημο κράτος μία προβοκατόρικη ονομασία για ένα κάτεργο όπου μαρτύρησε το γένος των Ρωμιών, αν και οι χριστιανοί της πόλης συνέχιζαν να το αποκαλούν Κανλή Κουλέ έως και το 1912;
[5] Παπάζογλου: Θα πρόκειται ασφαλώς για τον Αριστείδη Παπά, απεσταλμένο του Αλέξανδρου Υψηλάντη.
istorikimnimi: Ο άτυχος Αριστείδης Παπάς δεν ήταν ο πρώτος απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρείας στη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με τον αείμνηστο Απόστολο Βακαλόπουλο: «Πραγματικά η Εταιρεία είχε προχωρήσει αρκετά στην Μακεδονία. Υπάρχει γραπτή μαρτυρία ότι ο Φιλικός Δημ. Ίπατρος, που στα 1820 είχε κατεβή σ’ αυτήν, μύησε τον πρόκριτο της Θεσσαλονίκης Χριστόδουλο Μπαλάνο. Πολύ πιθανόν είναι ότι πριν ακόμη από την κάθοδο του Ιπάτρου υπήρχαν στην Θεσσαλονίκη Φιλικοί… Αναμφίβολο είναι ότι ο Ίπατρος ή και άλλοι Φιλικοί μύησαν και άλλους κατοίκους της Μακεδονίας στην Εταιρεία. Πραγματικά η προφορική παράδοση διαφύλαξε ως μυημένους τις οικογένειες Παπαγιαννάκη και Κωτσάρα του Πολυγύρου, καθώς και τους προκρίτους της Θεσσαλονίκης Χρίστο Μενεξέ, Γεώργιο Πάικο, Μιλτ. Χατζή Νάνου, τον επονομαζόμενο Αγαθόνικο, τον Χατζή Αντώνιο Παπαχρίστου, τον Κωνστ. Τάττη, τον Κυδωνιάτη κ.ά. Οι περισσότεροι είναι έμποροι και αναπτύσσουν αξιόλογη επαναστατική δράση». Βλ. Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1883, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 544-545.
[6] Ακολουθούν τρία τετράστιχα, τα οποία ο Παπάζογλου δεν παραθέτει.



Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1821. ΟΙ ΣΦΑΓΕΣ ΤΩΝ ΡΩΜΙΩΝ (1)

Ο διαβολικός Γιουσούφ Μπέης στήνει την παγίδα

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com

 


Αρχές Σεπτεμβρίου του 1821, ο Χαϊρουλλάχ ίμπν Σινασή Μεχμέτ αγά (1792-1849), υπέβαλε στον σουλτάνο Μαχμούτ Β΄ ένα υπόμνημα στο οποίο συμπεριλαμβάνονται φρικιαστικές λεπτομέρειες για τη γενοκτονία των 30.000 «άπιστων» ρωμιών της Θεσσαλονίκης, τον Μάιο του ιδίου έτους, με το ξέσπασμα της επανάστασης στον Πολύγυρο της Χαλκιδικής, στις 16 Μαΐου του 1821. Στα 1815, ο Χαϊρουλλάχ διορίσθηκε ιεροδίκης στο Σκούταρι (Χρυσούπολη), και στα 1820 μολλάς (δικαστής πρώτου βαθμού) στη Θεσσαλονίκη. Το εξαιρετικό αυτό ντοκουμέντο, γραμμένο με την αραβική γραφή «σουλούς», βρήκε ο Αβρ. Ν. Παπάζογλου, τη δεκαετία του 1930, στα χειρόγραφα των ανακτόρων του Τοπ-Καπού στην Πόλη, και το δημοσίευσε το 1940, με εισαγωγικά σχόλια και πλήθος ερμηνευτικών σημειώσεων.
Αν και αποτελεί ένα από τα ελάχιστα χειρόγραφα για τη Θεσσαλονίκη της οθωμανικής περιόδου, το συγκλονιστικό αυτό «Οδοιπορικό» του Τούρκου μολλά έχει χρησιμοποιηθεί σε ελάχιστες περιπτώσεις και μόνον ως βιβλιογραφική αναφορά. Η istorikimnimi θα δημοσιεύσει σε συνέχειες, και κατά ενότητες, το μεγαλύτερο τμήμα αυτού του «υπομνήματος» προς τον Μαχμούτ τον Β΄, με σχόλια και υποσημειώσεις τόσο του ιδίου του Παπάζογλου όσο και συμπληρωματικά του συγγραφέα.

«Σήμερα η Θεσσαλονίκη έχει ως εκατό χιλιάδες κατοίκους, απ’ τους οποίους οι σαράντα είναι μουσουλμάνοι κι’ οι άλλοι, άπιστοι, ρωμιοί,1 εβραίοι κι’ αρμένιοι. Οι άπιστοι αυτοί έχουν έναν δεσπότ – εφέντη, που λέγεται Μακάρ (Μακάριος, επίσκοπος Κίτρους) και που κάθεται στο Μητροπολιτχανέ (Μητρόπολη). Έχουν ένα – δύο σχολειά και μερικές εκκλησίες, που η πιο μεγάλη τους είναι αυτή που ονομάζουν Μηνά εφέντη (Άγιος Μηνάς) και που μέσα στα κελλιά της μαζεύονται όλοι οι πρόκριτοι χριστιανοί και συζητούν για το Πατριαρχείο, για το Φανάρι και για τον Μωριά. Τη μέρα μάλιστα που έφθασα και πήγα στο Κονάκι, είχαν φέρει εκεί μπροστά στον Γιουσούφ Βέη, έναν μεσήλικα άπιστο, Μεστανέ εφέντη, γιατί, λέγει, μάθαινε στα παιδιά του ένα τραγούδι, γραμμένο από έναν άπιστο της Θεσσαλίας,2 που η Μεγαλειότης Σου, με προγενέστερο προσκυνητό φιρμάνι Σου, είχες καταδικάσει και απαγορεύσει.
Όμως, ό,τι μούκαμε μεγαλύτερην εντύπωση εδώ, είναι τ’ ότι οι άπιστοι ρωμιοί, παρά την προσκυνητή διαταγή Σου, και μ’ ανοχή του αρχιαστυνόμου Τσακίρ Βέη, που ίσως και να παίρνει «ρουσφέτια» (φιλοδωρήματα) γι’ όλα αυτά, τριγυρνούν στους δρόμους μ’ άλογο, με καλά ρούχα, και το χειρότερο, δεν κατεβαίνουν από το πεζοδρόμιο όταν τύχει να συναντήσουν κανέναν πιστό.3
Ακόμα, μ’ εκνεύρισε πολύ και το καθημερινό χτύπημα της καμπάνας των εκκλησιών και προ παντός της Μητρόπολης, που χτυπά τόσο άσχημα στ’ αφτιά των μουσουλμάνων και τους θυμίζει, ότι κάτω από τον ίδιον μ’ αυτούς ουρανό ζουν κι’ άνθρωποι τόσο τυφλοί κι ανόητοι, ώστε να πιστεύουν πώς στον κόσμο υπάρχουν κι άλλες θρησκείες πιο αληθινές από τη δική μας του – μεγάλη η χάρη Του! – Μωάμεθ.
Λίγες μέρες μετά την άφιξή μου συναντήθηκα με τον μουτεσελήμη Γιουσούφ Βέη. Με δέχθηκε στο Χιοκιουμέτ – Κονακή (Κονάκι, Διοικητήριο),4 παρουσία και του μουφτή, του γενητσάρ – αγά Αζίζ αγά και του αρχιαστυνόμου Τσακίρ εφέντη. Ο Γιουσούφ Βέης, είναι άνθρωπος βάναυσος, τυραννικός και χριστιανομάχος (γκιαούρ ντουσμανή).5 Οι άλλοι μπροστά του, κι’ αυτός ακόμα ο μουφτή εφέντης, στέκονται με σταυρωμένα τα χέρια και δεν τολμούν να πουν τη γνώμη τους. Εγώ ωστόσο, ο ταπεινός δούλος Σου, συνηθισμένος στην καλωσύνη και  τη δίκαια κρίση Σου, δεν μπόρεσα να δεχθώ χωρίς συζήτηση τα όσα μου είπε. Και ήταν αυτά, τα παρακάτω: “οι άπιστοι ρωμιοί του βιλαγιετιού δείχνουν εδώ και λίγο καιρό κάποιαν ύποπτη κίνηση. Ετοιμάζουν, λέγει, εξέγερση ενάντια στην κυβέρνηση και την εξουσία Σου. Και γι’ αυτό πρέπει αλύπητα να τους χτυπούμε, όπου του βρίσκουμε. Βέβαια εγώ εναντιώθηκα σ’ αυτά, γιατί, Θεέ μου, ποιος θα τολμήσει να επαναστατήσει στην δική Σου δύναμη και εξουσία; Του είπα, πώς θάταν προτιμότερο, αντί να τους τυραννούμε, να τους φερόμαστε καλύτερα σαν φίλοι, ώστε νάναι ευχαριστημένοι και να μην έχουν παράπονα”.
Τα λόγια μου αυτά του φάνηκαν τολμηρά και αγανακτισμένος βγήκεν από την αίθουσα. Έφυγα τότε κι’ εγώ και αφού προσευχήθηκα και συμβουλεύθηκα το Ιερό Κοράνιο, ξεκίνησα να συναντήσω τον Δεσπότ – εφέντη και να του πω να συμβουλέψει το ποίμνιό του, νάναι πιο πιστό στους νόμους του Σερή και να υπακούει στις διαταγές του Κονακιού. Ο Δεσπότ – εφέντης με δέχθηκε σαν παλιό φίλο, κι ενώ πίναμε τους καφέδες που μας έφερεν ένας «τσαούσης» (κλητήρας), του είπα ό,τι είχα κατά νού. Μ’ άκουσε, βρήκε πώς είχα δίκαιο, και φεύγοντας, μου είπε να Σού μεταβιβάσω την πίστη και την αφοσίωση όλων των ρωμιών της Θεσσαλονίκης. Τον δεσπότ – εφέντη αυτόν οι ρωμιοί τον λέγουν Μακάρ (Μακάριος, επίσκοπος Κίτρους),6 όμως για νάμαι ειλικρινής, δεν κατάλαβα, αν αυτό είναι το αξίωμά του (ρουτμπεσή) ή τ’ όνομά του».


ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
[1] Ο Χαϊρουλλάχ σαφώς κατατάσσει τους Ρωμιούς ως τη δεύτερη πληθυσμιακή ομάδα της πόλης, μετά τους μουσουλμάνους, πριν τον Μάιο του 1821.
[2] Ο Παπάζογλου πιθανολογεί ότι πρόκειται για τον Ρήγα Φερραίο, αλλά βεβαίως πρόκειται για αυτόν. Ήδη από τον Ιούλιο του 1797 η Υψηλή Πύλη, με το φόβο της διασποράς των Ιδεών της «Γαλλικής Επανάστασης» και των επαναστατικών ιδεών του Ρήγα, είχε στείλει φιρμάνι προς τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, (ήταν και τότε πατριάρχης), «να μη λείπη με συμβουλάς και παραινέσεις να διδάσκη πάντας τους βασιλικούς ραγιάδες τα της υπακοής των χρέη». Βλ. σχετ. Έξαρχος Γιώργης, Ρήγας Βελεστινλής, Ο βάρδος της ελληνικής ελευθερίας και δημοκρατίας, Νέα αποκαλυπτικά στοιχεία, εκδόσεις Ερωδιός, 2017.
[3] Παπάζογλου: Είναι γνωστό, πώς τα πρώτα μετά την άλωση χρόνια, κι’ ως τα 1750 μάλιστα, οι μη μουσουλμάνοι κάτοικοι της Τουρκίας υπάγονταν σ’ ένα πλήθος περιορισμούς, τόσο στην εμφάνιση, όσο και στη συμπεριφορά τους απέναντι στους μουσουλμάνους. Στα 1630 μάλιστα (21 Ιουλίου), επί Μουράτ Δ΄, είχεν εκδοθή και σχετικό διάταγμα (αντίγραφό του βρίσκεται στα χέρια μου), που κοινοποιήθηκε σε όλους τους ιεροδίκες, εφιστώντας την προσοχή τους στην εφαρμογή των μέτρων αυτών. Με τον καιρό ωστόσο οι διατάξεις αυτές, που καθώριζαν την αμφίεση των μη μουσουλμάνων, είχαν ατονήσει, κι’ είναι περίεργο, πώς ο Χαϊρουλλάχ εφ. παραξενεύεται βλέποντας, στα 1820, τους ρωμιούς «να μην κατεβαίνουν από το πεζοδρόμιο, όταν τύχει να συναντήσουν κανέναν μουσουλμάνο» και μάλιστα, σε μία πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη, που τον καιρό εκείνο, δεν είχε μουσουλμάνους τέτοιους, που στο αντίκρυσμά τους να πρέπει οι άλλοι να παραμερίζουν.
[4] Το Κονάκι, το παλιό Διοικητήριο δεν ήταν στη θέση του σημερινού Διοικητηρίου. Η θέση του εντοπίζεται ευκρινώς, στη φωτογραφία της Θεσσαλονίκης του 1875-78 του αρχείου Δέλλιου, μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου (τότε τζαμί Κασιμιέ), μεταξύ των σημερινών οδών Κασσάνδρου και Αγίου Δημητρίου.
[5] Ο διαβολικός μουτεσελίμης της Θεσσαλονίκης Σερίφ Σεντίκ Γιουσούφ Μπέης αξίζει μία θέση στη μαύρη λίστα των πιο αιμοσταγών τούρκων διοικητών. Άλλωστε, οι χαρακτηρισμοί  του ίδιου του Οθωμανού δικαστή φανερώνουν το μέγεθος της θηριωδίας του Γιουσούφ Μπέη. Τον έτρεμε ακόμα και ο μουφτής!
[6] Επίσκοπος Κίτρους Μελέτιος ο Α΄, ο Κυριακός. Διετέλεσε επίσκοπος Κίτρους από το 1815 έως τον Μάιο του 1821, την ημέρα του μαρτυρίου του στις σφαγές της Θεσσαλονίκης. Ασκούσε καθήκοντα τοποτηρητή στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης, καθώς ο επίσκοπος Ιωσήφ είχε μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη για τις εργασίες της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Φυσικά, και ο Ιωσήφ μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη, όπως και ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄.




Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

ΑΠΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ...ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Εμμανουέλ Μακρόν: Ο νέος αναμορφωτής της Ευρώπης

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com

 

Η ευρωπαϊκή Δημοκρατία στο απόσπασμα! Αλλά όχι από τις ανόητες δηλώσεις του ισπανού πρωθυπουργού Μαριάνο Ραχόι ότι η «Καταλονία δεν κατάφερε να διεξαγάγει ένα δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία», επικαλούμενος το 46% της συμμετοχής, επειδή δεκάδες χιλιάδες αστυνομικοί ρόμποκοπ έδερναν τον κόσμο, που πήγαινε να ψηφίσει, και έκλεβαν τις κάλπες από τα εκλογικά κέντρα. Ούτε γιατί ο Αλέξης Τσίπρας άλλαξε το καθαρό αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος για να επιβιώσει πολιτικά ώστε να έχει κι αυτός την ευκαιρία του να «αλλάξει» την Ευρώπη.
Aux Champs-Elysées, aux Champs-Elysées 
Au soleil, sous la pluie, à midi ou à minuit 
Il y a tout ce que vous voulez aux Champs-Elysées
Η «Δημοκρατία Εμπρός!» (La République en marche! - LREM) του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν κέρδισε 308 έδρες (σε σύνολο 577) στην Εθνοσυνέλευση, στις εκλογές του Ιουνίου 2017, αλλά στην πραγματικότητα αυτό που συνέβη ήταν μία θεσμική εκτροπή, που ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου και οδηγεί στην επικράτηση των θλιβερών μειοψηφιών. Όχι ότι αυτό δεν συνέβαινε μέχρι τώρα. Όμως τώρα έπεσαν και οι μάσκες. Για πρώτη φορά επικυρώθηκε εκλογικό αποτέλεσμα, σε μία μεγάλη ευρωπαϊκή δημοκρατική χώρα, με την αποχή στο εξωπραγματικό και εξωθεσμικό 58%! Το «κίνημα» του Μακρόν δεν υπήρξε ποτέ κόμμα. Ιδρύθηκε στην Αμιέν στις 6 Απριλίου 2016 και αυτοχαρακτηρίστηκε «ένα φιλελεύθερο, προοδευτικό κίνημα». Επρόκειτο για έναν κεντρώο συνδυασμό, στις τάξεις του οποίου υπήρχε και ένα παραδοσιακό κεντρώο κίνημα, το MoDem, του υπουργού Δικαιοσύνης Φρανσουά Μπαϊρού, που με μονοψήφιο ποσοστό πήρε 42 έδρες, επειδή συμμετείχε στο ψηφοδέλτιο της LREM. Ο Μακρόν, παίρνοντας το 1/7 των ψήφων, κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση, τουτέστιν το 53,379 των εδρών!
Εθνικιστές και κομμουνιστές έθεσαν θέμα νομιμοποίησης του αποτελέσματος λόγω της υψηλής αποχής, αλλά ποιος δίνει σημασία στους χαμένους των εκλογών. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, με τις παραδοσιακές «ουρές» του, τους δήθεν ριζοσπάστες αριστερούς και τους οικολόγους, δεν κατάφερε να κερδίσει παρά μόνον 44 έδρες, ενώ η κεντροδεξιά πήρε 137. Η καταπόντιση των σοσιαλιστών, τόσο στις προεδρικές όσο και στις βουλευτικές εκλογές, υπήρξε τεραστίων διαστάσεων. Η «ακροδεξιά» Μαρί Λεπέν του Εθνικού Μετώπου, στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του Απριλίου 2017, πήρε ποσοστό 21,30% των 41.000.000 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, μόλις 2,71% λιγότερο από τον Εμμανουέλ Μακρόν, με 22,30% αποχή, και πέρασε στον δεύτερο γύρο, όπου συγκέντρωσε το 33,90%  και 10.644.118 ψήφους, με ποσοστό αποχής 25,44%, και παρά την ενορχηστρωμένη πολεμική εναντίον της από το σύνολο των άλλων πολιτικών κομμάτων και των ευρωπαϊκών ΜΜΕ. Τα 10.644.118 ψηφοδέλτια της Λεπέν, στις εκλογές για την Εθνοσυνέλευση απέφεραν μόλις 8 έδρες, επτά λιγότερες από το όριο των 15 εδρών για να μπορεί να σχηματίσει δική της κοινοβουλευτική ομάδα. Το MoDem με πολύ μικρότερο ποσοστό από το Εθνικό Μέτωπο πήρε 42 έδρες!
Όλα βεβαίως έχουν την εξήγησή τους. Τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης εκλέγονται με μονοεδρικό πλειοψηφικό σύστημα. Ενώ στην Ελλάδα έχουμε ένα μικρό αριθμό μονοεδρικών περιφερειών, η Γαλλία είναι χωρισμένη σε 577 μονοεδρικές περιφέρειες, τις έδρες των οποίων κερδίζουν οι υποψήφιοι που συγκεντρώνουν το 50%+1 από τον πρώτο γύρο, ή στον επαναληπτικό γύρο μετά από 15 ημέρες. Επομένως, εάν κάποιος υποψήφιος δεν καταφέρει να εκλεγεί από τον πρώτο γύρο, και στον επόμενο όλα τα κόμματα πριμοδοτήσουν τον αντίπαλό του, τότε δεν έχει καμία πιθανότητα να κερδίσει την έδρα. Επαναλαμβάνεται, δηλαδή, 577 φορές το μοτίβο του δευτέρου γύρου των προεδρικών εκλογών. Με λίγα λόγια, ο αρχηγός ενός κόμματος μπορεί να πάρει 10 εκατομμύρια ψήφους στις προεδρικές εκλογές, αλλά θεωρητικά είναι πιθανόν το κόμμα του να μην κερδίσει ούτε μία έδρα στην Εθνοσυνέλευση! Η Δημοκρατία στο τρελοκομείο!


Έχουν ήδη δημοσιευθεί κάποια στοιχεία για την ακαδημαϊκή, επαγγελματική και πολιτική καριέρα του Μακρόν. Αν αληθεύει ότι ο Μακρόν «πλήρωσε 50.000 ευρώ για να σπάσει το συμβόλαιο από την κυβερνητική του σύμβαση το 2008» και ότι «αποχώρησε για να εργαστεί ως επενδυτικός τραπεζίτης σε μία εξαιρετικά αμειβόμενη θέση στην Τράπεζα Ρότσιλντ», τότε εξηγείται επαρκώς η ραγδαία πολιτική του ανέλιξη. Από το 2012 έως το 2014 εργάστηκε ως αναπληρωτής γενικός γραμματέας στην προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας και μετά ως εκ θαύματος, στις 24 Αυγούστου 2014, ανέλαβε υπουργός Οικονομικών και Οικονομίας και Ψηφιακής Πολιτικής! Τον Αύγουστο του 2015 αποχώρησε από το Σοσιαλιστικό κόμμα και το 2017 έγινε πρόεδρος της Γαλλίας! Μέσα σε τρία χρόνια, από γραμματέας έγινε …πρόεδρος στο Ελυζέ!
Ο  πολιτικά άχρους, άοσμος και άγευστος Μακρόν, από τις πρώτες ώρες της εκλογής του στη θέση του 8ου προέδρου της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας διακήρυξε τις ασαφείς αλλά εύληπτες «πολιτικές» του θέσεις «περί πνεύματος του Διαφωτισμού», που τάχα μου υπονομεύεται, για «μία νέα ελπίδα και ένα νέο ουμανισμό», και για την «καραμέλα» του νεοταξικού ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος «περί επανίδρυσης της Ευρώπης». Ούτε αριστερός, ούτε δεξιός, ούτε σοσιαλιστής, κατά δηλώσεις του ιδίου, ο νέος πρόεδρος της Γαλλίας. Ενθαρρυμένος από τους διθυράμβους των νεοταξικών ευρωπαϊκών ΜΜΕ για το πρόσωπό του, - προφανώς επειδή «σάρωσε» στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών με …24% - ο Μακρόν θέλησε να εμφανιστεί ως ο διαμορφωτής της νέας τάξης πραγμάτων στην Ευρώπη κατηγορώντας, για παράδειγμα, την Πολωνία ότι τίθεται στο περιθώριο της ΕΕ και ότι «αποφασίζει να πάει αντίθετα με τα ευρωπαϊκά συμφέροντα σε πολλά θέματα».
Η πολωνή πρωθυπουργός Μπεάτα Σίντλο, τον έσφαξε με το γάντι προτρέποντάς τον να ασχολείται με τη Γαλλία, αλλά τον δικαιολόγησε λέγοντας ότι οι αλαζονικές δηλώσεις του άοσμου Μακρόν ίσως «να οφείλονται στην έλλειψη εμπειρίας και πολιτικής πρακτικής, κάτι που παρατηρεί με κατανόηση, αλλά περιμένει ότι θα καλύψει γρήγορα αυτά τα κενά και ότι στο μέλλον θα είναι πιο συγκρατημένος»! Πάλι καλά που δεν του είπε ότι θα του μάθει να γράφει με το δεξί, όπως έκανε ο Καμμένος στον Τσίπρα.
Οι αρχηγικές εμμονές του Μακρόν να ηγηθεί της προσπάθειας για την «ανοικοδόμηση» της ζώνης του Ευρώ συνεχίστηκαν και στην ομιλία του στην Πνύκα, στη διάρκεια της επίσκεψής του στην Αθήνα. Σαφείς υπήρξαν και οι προθέσεις του όσον αφορά στη θέσπιση ενός κοινού προϋπολογισμού και ενός κοινού υπουργού Οικονομικών των 27. Ο «μικρός» Μακρόν είναι φτιαγμένος και φτιασιδωμένος. Δεν είναι τυχαία η εμφάνισή του τώρα που το Ηνωμένο Βασίλειο διαπραγματεύεται τους όρους της αποχώρησής του από την Ε.Ε. Μετά την ολοκλήρωση του Brexit, η Γαλλία θα μείνει η μόνη πυρηνική δύναμη της Ε.Ε. με την ισχυρότερη πολεμική βιομηχανία, αλλά με την οικονομία της στην κόψη του ξυραφιού.
Αναμένουμε, λοιπόν, την απροσδιόριστη ακόμα «νέα μέθοδο» με την οποία ο Γάλλος πρόεδρος στοχεύει να προωθήσει τον διάλογο για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης. Ταυτοχρόνως, όμως, δεν γίνεται να μην επισημάνουμε την ευφορία που δημιούργησε ο «επικός» Μακρόν στα «αντίγραφά» του εν Ελλάδι, που περιμένοντας τη σειρά τους, για μέρες λαμπρές, φαντασιώνονται τις «ανοικτές κοινωνίες» του Soros και τις «ανοικτές θύρες» του Γάλλου προέδρου.
Υ.Σ.: Η υπόθεση μπάζει από παντού.